'Οχι πια'  νέο διήγημα




Όχι Πια




Έσκυψα πάνω απ’ το γυμνό κρανίο του γέροντα που μου έκρυβε το οπτικό πεδίο. Μια γυναίκα γύρω στα τριάντα άνοιγε νευρικά ένα δερματόδετο ημερολόγιο. Την παρακολουθούσα απ’ την στιγμή που μπήκε στο βαγόνι. Δυο σταθμοί είχαν περάσει χωρίς να έχει κουνηθεί μα στο μακρόστενο πρόσωπο της διαφαινόταν κάποια ένταση. Ο γέροντας ήρθε και στήθηκε μπροστά μου σπρώχνοντας με δήθεν αδιάφορα στο πλάι, για να κρατηθεί απ’ το σίδερο που αποτελούσε μέρος ενός μεταλλικού σκελετού πάνω στον οποίο ήταν βιδωμένες οι πλαστικές θέσεις για τους επιβάτες. Ευτυχώς για μένα και την αδηφάγα παρατηρητικότητα που με χαρακτηρίζει, το ύψος του ήταν σύμφωνο με τον μέσο όρο του ανδρικού πληθυσμού στην Ελλάδα του μεσοπολέμου. Παρόλα αυτά μπορούσα να δω μονάχα το πρώτο μισό του κορμιού της γυναίκας. Αρκετό για να με διατηρεί απασχολημένο, ελλιπές όμως για να ολοκληρώσω την εικόνα που θα χόρταινε την ανάγκη μου. Άλλωστε από στιγμή σε στιγμή μπορεί εκείνη να αναχωρούσε. Και εγώ δεν είμαι ο τύπος που ακολουθεί τους ανθρώπους επειδή του έκαναν εντύπωση. Μέχρι πρότινος, όταν ακόμη δούλευα, δεν είχα καν τον χρόνο για να το κάνω μήτε το περιβάλλον για να μου δώσει τα  ανάλογα ερεθίσματα. Η καθημερινή μου μετακίνηση γινόταν με μηχανοκίνητο δίκυκλο γνωστού ιαπωνικού εργοστασίου, διαρκούσε κάτι λιγότερο από είκοσι λεπτά κατά την διάρκεια των οποίων οι άνθρωποι αποτελούσαν στόχους προς αποφυγή.  Ο σκοπός ήταν να φτάσω εγκαίρως στην δουλειά. Ύστερα κλεινόμουν στον μικρόκοσμο του λογιστηρίου μιας μεγάλης εταιρίας φορτωμένος άγχος από τους ανωτέρους μου. Το μεγάλο λευκό ρολόι που στόλιζε την έξοδο του γραφείου αποτελούσε όργανο ακούσιας εκγύμνασης του αυχένα, που μετέφραζε με τις κινήσεις του την ολοένα και μεγαλύτερη επιθυμία μου για φυγή καθώς κατά κανόνα το ωράριο υπερέβαινε κατά πολύ τις οκτώ ώρες. Έπειτα επέστρεφα κουρασμένος στο σπίτι μου όπου έβρισκα τη γυναίκα μου και την μικρή μου κόρη σε αφιονισμένη κατάσταση, έτοιμη να στραγγίξει και την τελευταία ικμάδα που μου είχε απομείνει μέχρις ότου καταλήξω στην λήθη του ύπνου. Αλλά να, τώρα βρισκόμουν ενώπιον μιας συναισθηματικής εκτόνωσης. Η μελαχρινή γυναίκα που παρακολουθούσα έγραφε με ένα μηχανικό μολύβι δυο λέξεις πάνω στις άδειες γραμμές μιας σελίδας με σημερινή ημερομηνία. Δέκα Φεβρουαρίου, Χαραλάμπους ιερομάρτυρα διάβαζα με μικρά γραμματάκια  δίπλα στο νούμερο. Και λίγο παρακάτω, κάπου στη μέση τη φράση ‘ΌΧΙ ΠΙΑ’. Η γραφιτένια μύτη είχε χτυπήσει με βία το χαρτί αφήνοντας πάνω του λίγα θραύσματα που με το πέρασμα της παλάμης μουτζούρωσαν το κενό μεταξύ των δυο λέξεων σαν κάποιο μυστήριο να υπέφωσκε σε εκείνο το σημείο. Η άγνωστη σήκωσε το κεφάλι της και με κοίταξε στα μάτια. Εκείνη τη στιγμή διάλεξε ο γέροντας να ξανακάνει αισθητή την παρουσία του λες και υπήρχε κάποιος σκηνοθέτης από πίσω μας που φώναξε «τι στέκεσαι ντε; η σειρά σου είναι».

«Δεν κάνεις λίγο πιο πέρα βρε παλληκάρι μου, κοτζάμ άντρας, δεν με βλέπεις; Πάω και δεν πάω. Δεν σηκώνεται και κανείς για να κάτσω και δεν με βαστάνε τα πόδια μου. Άσε με να ακουμπήσω στην πόρτα να βάλω και αυτά τα ρημάδια τα λάδια σε μια γωνιά». Η αλήθεια είναι πως ασυναίσθητα, στην προσπάθεια μου να δω καλύτερα τον είχα στριμώξει πάνω στη μπάρα. Το βλέμμα της άγνωστης ταξίδευε πια απ’ την άλλη μεριά, σε άλλη σειρά καθισμάτων. Στην επόμενη στάση κατέβηκε. Σημείωσα την ώρα στο πίσω μέρος του μυαλού μου και άρχισα να φτιάχνω ιστορίες. Είναι πιθανό να μένει κάπου εδώ κοντά. Αν όμως είναι ταραγμένη θα θέλει να επιστρέψει στο σπίτι της; Δεν είχα προλάβει να δω αν φορούσε βέρα. Μπορεί να έχει προβλήματα με τον καλό της. Να έχει φτάσει ο κόμπος στο χτένι και να ετοιμάζεται να διακόψει μια πολύχρονη σχέση. Καθώς το δρομολόγιο μετρούσε αντίστροφα τα χιλιόμετρα που είχαν απομείνει για να φθάσουμε στο τέρμα, το κουβάρι με τις πιθανές εκδοχές άρχισε να ξετυλίγεται μέσα σε δαιδαλώδη μονοπάτια. Ε, λοιπόν δεν θα κάτσω να σκάσω κιόλας. Κουραστικό μου φαίνεται. Ας κάνω άλλη μια βόλτα αύριο. Μέσα σε διάστημα λίγων μηνών είχα χρησιμοποιήσει αρκετές φορές τα μέσα μαζικής μεταφοράς πηγαίνοντας σε συνοικίες που ποτέ μου δεν είχα επισκεφθεί. Από κάποιες μάλιστα ούτε καν είχα περάσει. Η ξαφνική εργασιακή παύση δεν ήταν η μόνη αλλαγή που έλαβε χώρο τον τελευταίο χρόνο. Είχε προηγηθεί ο καθόλου ξαφνικός χωρισμός με τη γυναίκα μου. Όταν λοιπόν με κάλεσαν απ’ την διεύθυνση για να μου αναγγείλουν ότι η συνεργασία μας έπαψε να ισχύει, το θεώρησα φυσικό επακόλουθο της οικογενειακής μας διάλυσης. Ενός κακού μύρια έπονται.

Την επόμενη μέρα ξαναβρέθηκα στην αφετηρία του δρομολογίου Α25. Ήταν για μένα το γεγονός της εβδομάδας. Όχι απαραίτητα για να βρω λύση στο μυστήριο που έκρυβε εκείνο το μαυριδερό ‘όχι πια’. Περισσότερο μάλλον για να αποκτήσουν κάποιο νόημα όλες αυτές οι μέρες που διαδέχονταν η μια την άλλη δίχως να αποκαλύπτουν μια διέξοδο απ’ το τούνελ της απραξίας. Η προσμονή μου δεν είχε αποτέλεσμα. Περάσαμε τη στάση χωρίς να φανεί. Λογικό σκέφθηκα. Έτσι δεν γίνεται συνήθως; Το τρένο χάθηκε για μια στιγμή σε μια μικρή σήραγγα. Οι πλαφονιέρες δεν πρόφθασαν να ανάψουν και όταν ξαναβρεθήκαμε κάτω απ’ το γαλάζιο ουρανό, η προσωρινή λύση στο υπαρξιακό μου τέλμα εμφανίστηκε να περπατάει σε ένα πεζόδρομο κατά μήκος των σιδηροδρομικών γραμμών. Μέχρι να βεβαιωθώ πως ήταν εκείνη, το παράθυρο φρόντισε να την αδειάσει και να προχωρήσει στο επόμενο καρέ. Πλησιάζαμε την τσιμεντένια πλατφόρμα του σταθμού. Το δίχως άλλο θα κατέβαινα. Δεν ξέρω γιατί αλλά έτσι αποφάσισα. Η συνέχεια όμως δεν ήταν η αναμενόμενη. Έψαξα όλη την περιοχή. Έφτασα μέχρι τον προηγούμενο σταθμό. Κοίταξα μέσα σε καφέ, μπήκα σε καταστήματα. Με λίγα λόγια έμαθα τη γειτονιά μα πουθενά δεν την αντάμωσα. Ετοιμαζόμουν να επιστρέψω όταν έπεσα σχεδόν πάνω της καθώς έμπαινα στο βαγόνι για να γυρίσω πίσω. Σαστισμένος έμεινα να την κοιτάζω καθώς έκλειναν μπροστά μου οι αυτόματες πόρτες. Φορούσε τα ίδια ρούχα με χθες, ένα μπλουτζίν, ένα λαδί μπουφάν και μαύρα μποτάκια με μεγάλο τακούνι. Στον ώμο της κρεμόταν μια φαρδιά τσάντα και στο ένα της χέρι κρατούσε μια σακούλα από κάποιο ζαχαροπλαστείο. Μπορεί να πήρε γλυκά για να ξεχάσει την πίκρα της . Μα τι διάβολο, κάθε μέρα κατέβαινε και σε διαφορετική στάση; Μπέρδεμα, ενδιαφέρον μπέρδεμα. Έριξα μια ματιά στο ρολόι του νεαρού που άκουγε απορροφημένος και πιθανότατα ήδη κουφός αν κρίνω απ’ την ένταση που τράνταζε τα μικροσκοπικά του ακουστικά, κάποιον διαμαρτυρόμενο νέγρο.  Ήταν περασμένες τέσσερις. Η κόρη μου θα είχε επιστρέψει σπίτι και θα με περίμενε. Σήμερα ήταν Τετάρτη. Κάθε τέτοια μέρα περνούσα και την έπαιρνα για ένα περίπατο στο πάρκο της περιοχής. Την περισσότερη ώρα την περνούσαμε καθισμένοι σε κάποιο παγκάκι χαζεύοντας τ’ άλλα παιδάκια που ανεβοκατέβαιναν σαν βολίδες τις τσουλήθρες και δοκίμαζαν τις αντοχές των γονιών τους προσπαθώντας να φθάσουν τον ουρανό καθώς έκαναν κούνια. Η μικρή δεν έβαζε γλώσσα μέσα προσπαθώντας να σβήσει την έλλειψη που ένοιωθε στο διάστημα που μεσολαβούσε μέχρι να με ξαναδεί. Η Παιδική Χαρά της ήταν αδιάφορη αφού βρισκόταν εκεί κάθε τρεις και λίγο. Για την μητέρα της δεν μιλούσαμε. Μονάχα τα τυπικά. Η συνάντηση μας ήταν η μόνη ρουτίνα που είχε νόημα στη ζωή μου. Οι ώρες κύλησαν γρήγορα και η στιγμή του αποχωρισμού άφησε την θλιμμένη της ματιά να παλεύει με την ευχαρίστηση που είχα νοιώσει και να με συνοδεύει στις πρώτες ώρες της νύχτας.

«Μην το παιδεύεις Γιάννη. H ζωή είναι ένα μεγάλο πρόβλημα με προσωρινές λύσεις». Ο τσιγγάνος που πηγαινοερχόταν έξω απ’ την είσοδο του κτιρίου που έμενα αναζητώντας παλιές συσκευές, σίδερα, θερμοσίφωνες και ότι άλλο θα μπορούσε να του εξασφαλίσει λίγα ευρώ ακόμη για να τελειώσει τη βόλτα της ημέρας, με χαιρέτησε φιλοσοφώντας την κακή μου διάθεση. «Σε βλέπω να τριγυρίζεις και αναρωτιέμαι μήπως είσαι και εσύ λίγο σαν και μένα. Έλα να δουλέψουμε παρέα μέχρι να βρεις κάτι καλύτερο. Θα βγαίνεις μπροστά για τα πρώτα και εγώ θα κάνω μετά το παζάρι. Θα πηγαίνουμε με το φορτηγάκι στις οικοδομές και θα μαζεύουμε μέταλλα». Το επίδομα ανεργίας και η αποζημίωση που είχα πάρει δεν θα με συντηρούσαν για πολύ. Μα ήλπιζα ακόμα. Υπήρχαν κάποιοι γνωστοί. Κάτι μπορεί να βρισκότανε. Τον Γιώργη τον συμπαθούσα. Μιλούσαμε κάθε φορά που τον έβλεπα στη γειτονιά. Ήταν έξω καρδιά και μου είχε πει την ιστορία της ζωής του μέσα από κερασμένες μπύρες και εγώ τη δική μου με τον μοναδικό εξιλεωτικό τρόπο που την λες σε κάποιον που δεν έχει καμία σχέση με το περιβάλλον σου.
«Πάμε στου Βλάση για μια πριν φύγεις;» του πέταξα. Ήταν ακόμα νωρίς και βαριόμουν να κλειστώ σπίτι περιμένοντας να δω κάποια καλή μεταμεσονύκτια ταινία στην τηλεόραση.

«Και δεν πάμε» μου απάντησε χαμογελαστός. Άρχισε την κουβέντα πρώτος. Ο γιός του πήγαινε Δευτέρα τάξη στο δημοτικό και παιδευότανε με τα μαθηματικά. «Κινέζικα να μάθαινε καλύτερα θα τα πήγαινε ο συνονόματος σου. Εσένα με νούμερα δεν έχει να κάνει η δουλειά σου; Δεν έρχεσαι καμιά μέρα απ’ τα μέρη μας μπας και τον βοηθήσεις;». Ο Γιώργης έμενε σε ένα τσιγγάνικο καταυλισμό πίσω απ’ το Νομισματοκοπείο.
«Ναι, βέβαια, θα ‘ρθω». Τι είχα να χάσω άλλωστε;
«Πέρνα μια βόλτα αύριο τ’ απόγευμα που θα ναι και ο γιός μου».
«Αύριο;»
«Ναι, γιατί έχεις κάπου να πας;» μου είπε κάπως ειρωνικά. Έκατσα και του διηγήθηκα την ιστορία με την άγνωστη γυναίκα για να μην νομίσει ότι τον αποφεύγω.

«Καλά, αν και δεν καταλαβαίνω. Εγώ θα της είχα μιλήσει απ’ την πρώτη στιγμή. Αύριο να της πεις, μην την αφήσεις να αμοληθεί πάλι. Έχομε και δουλειές. Άιντε, ξεμπέρδευε». Κατέβασε με μια ρουφιά την μπύρα και σηκώθηκε. «Μυστήριος που είσαι ρε αδερφέ μου ώρες ώρες. Καλό βράδυ. Α, και αν την βρεις φερ’ την και αυτήν μαζί στις τέντες. Να τη γνωρίσουμε». Έτσι όπως απλοποιούσε τις καταστάσεις στο μυαλό του πιθανόν να νόμιζε ότι άπαξ και την γνώριζα θα την παντρευόμουνα κιόλας.

Το άλλο πρωί ξύπνησα από μια δυνατή βροχή. Είχε σηκωθεί αέρας και το τζάμι του παραθύρου που έβλεπε στο μποτιλιαρισμένο δρόμο ήταν διάστικτο από σταγόνες. Κοίταξα ψηλά στον ουρανό. Σε κάποια σημεία κάπως μακρύτερα έκαναν την εμφάνιση τους γαλάζιοι λεκέδες. Η κακοκαιρία δεν θα κρατούσε πολύ αλλά ακόμα και να συνέχιζε θα ήμουν συνεπής στο ραντεβού μου. Ευτυχώς για μένα συνεπής ήταν και η μελαχρινή τριαντάρα αυτή τη φορά. Ανέβηκε την ίδια περίπου χρονική στιγμή και απ’ την ίδια στάση που την είχα πρωτοδεί. Φορούσε και πάλι τα ίδια ρούχα. Μήπως ήταν κι αυτή άνεργη; Θα μου πείτε γιατί μόνο οι άνεργοι φοράνε τα ίδια ρούχα για μέρες; Χαζή παρατήρηση. Στο μεταξύ η μόνη κενή θέση βρισκόταν στο ίδιο σημείο με την προηγούμενη φορά. Μονάχα ο γέροντας μας έλειπε για να ολοκληρωθεί ένα μεταμοντέρνο déjà vu. Έψαξα ασυναίσθητα για κρυμμένη κάμερα. Μήπως με δουλεύουν; Η γυναίκα έσπευσε να κάτσει και με μια γρήγορη κίνηση έβγαλε απ’ την τσάντα της το δερματόδετο ημερολόγιο. Ο σελιδοδείκτης βρισκόταν στην προηγούμενη ημερομηνία. Οι μυς του προσώπου της συσπάστηκαν. Το δέρμα της ρόδισε. Τα χείλη της στένεψαν. Ελευθέρωσε το μηχανικό μολύβι τραβώντας το μέσα απ’ τους μεταλλικούς κρίκους που συγκρατούσαν τα φύλλα και το κατέβασε με φόρα σαν μαχαίρι πάνω στην σελίδα. Με κόπο σχημάτισε την ίδια φράση χαράζοντας την λεπτή επιφάνεια του χαρτιού. Ίχνη γραφίτη πέρασαν και στις επόμενες σελίδες. Για μερικά δευτερόλεπτα το μυαλό μου άδειασε. Θαύμασα αυτή τη σκηνή σαν απλός θεατής ξεχνώντας ότι επρόκειτο για μια δεύτερη εκδοχή του ίδιου συμβάντος. Περισσότερο δράμα σαν να είχε ζητήσει το επιβατικό κοινό και το είχε πάρει. Τα γαλάζια αμυγδαλωτά μάτια της γυναίκας ήταν υγρά και το δεξί της χέρι έτρεμε. Οι λέξεις, οι φράσεις, οι πιθανοί διάλογοι που έφτιαχνα απ’ το πρωί είχαν εγκλωβιστεί σε κάποια πνευματική οδό και τώρα που ετοιμαζόμουν να της μιλήσω, αισθανόμουν σαν αβοήθητος απαχθείς μεγαλοβιομήχανος με εκείνη την συνθετική αυτοκόλλητη ταινία στο στόμα. Στον επόμενο σταθμό η άγνωστη πλησίασε την πόρτα για να κατέβει. Το ίδιο ήθελα να κάνω και εγώ μα τα πόδια μου παρέμεναν βιδωμένα δίπλα απ’ το κενό πλέον πλαστικό κάθισμα. Η αναποφασιστικότητα είναι ένα στοιχείο του χαρακτήρα μου με το οποίο συγκρούομαι τελευταίως όλο και περισσότερο. Σπάνια χάνει και όταν κάτι τέτοιο συμβαίνει με εκδικείται. «Κουνήσου, θα σου φύγει» είπα στον εαυτό μου. Απορροφημένος απ’ την προσπάθεια να υπερνικήσω τις αναστολές μου είχα ξεχάσει να κρατηθώ από κάποιο χερούλι και έτσι με την ατζαμοσύνη του μηχανοδηγού ο οποίος πάτησε φρένο λες και πίσω απ’ το χώρισμα της καμπίνας του υπήρχε το απόλυτο κενό, έκανα για λίγα μέτρα τον Τιραμόλα  χωρίς επιτυχία για να καταλήξω στην δεξιά ωμοπλάτη της γυναίκας που έκρυβε το μυστήριο της επαναλαμβανόμενης φράσης.
«Χίλια συγνώμη, σας χτύπησα;» της είπα καθώς πατούσαμε στην πλατφόρμα. Ένα έντονο άρωμα μου γαργαλούσε την μύτη.
«Μπα, όχι» μου είπε χαμογελώντας. Δεν φάνηκε να ταράχτηκε διόλου απ’ αυτή την απρόσμενη επαφή. «Άλλωστε ήμουν αρκετά αφηρημένη με κάτι που σκεπτόμουν» πρόσθεσε.
«Ξέρετε, χωρίς να το θέλω σας παρατήρησα όταν ήμασταν μέσα. Αν δεν γίνομαι αδιάκριτος σας συμβαίνει κάτι;».
«Ας πούμε πως δεν θα ήθελα να το κουβεντιάσω» με κοίταξε με ένα υπέροχα θλιμμένο βλέμμα και πριν σκεφτώ οτιδήποτε με άφησε εκεί στην άκρη της μεταλλικής σκάλας απ’ όπου θα ξεκινούσε το επόμενο στιγμιότυπο της προσωπικής της ζωής.
Εικοσιτέσσερις ώρες κύλησαν με το μυαλό μου να συνεχίζει να ψάχνει αυτά που δεν γνώριζε για να ξαναβρεθώ στο ίδιο ακριβώς σημείο κάτω όμως από άλλες συνθήκες. Συναντηθήκαμε στο τρένο και η Νικολέτα  - να και ένα προσωπικό δεδομένο που κατάφερα να μάθω - μου πρότεινε να πιούμε μαζί καφέ σε ένα ήσυχο στέκι κοντά στον σταθμό. Η διάθεση της είχε αλλάξει εντελώς όπως επίσης και τα ρούχα της! Φορούσε ένα πολύχρωμο φουστάνι και από πάνω ένα κοντό μαύρο παλτό. Φαινόταν χαρούμενη.
«Σε βλέπω καλύτερα από χθες» της είπα.
«Μμμ, ναι. Χθες τελείωσα μια άσκηση που έπρεπε να κάνω με επιτυχία».
«Δηλαδή;» ρώτησα με περιέργεια.
Ο ήλιος έχει κρυφτεί για τα καλά πίσω απ’ τις άχαρες πολυκατοικίες και εγώ βρίσκομαι ακόμα στο ανήσυχο πλέον στέκι που έχει γεμίσει από παρέες διαφόρων ηλικιών. Είμαι μόνος. Η μακρόστενη γιγαντοοθόνη μεταδίδει αδιάλειπτα βιντεοκλίπ από ελληνικά και ξένα συγκροτήματα τα οποία μόνο ακούω, διότι μέσα σ’ αυτό το εικονικό κάδρο βλέπω την κομψή φιγούρα της Νικολέτας να στέκεται όρθια σε μια μικρή αίθουσα διδασκαλίας και να εξηγεί με ενθουσιασμό στον καθηγητή και στους υπόλοιπους μαθητές την προετοιμασία και την εκτέλεση της ιδέας που είχε για την  εργασία που τους είχε ανατεθεί. Ο καθηγητής ήταν ηθοποιός. Η αίθουσα διδασκαλίας θεατρικό εργαστήρι και το θέμα της άσκησης ο αυτοσχεδιασμός. Η Νικολέτα είχε διαλέξει ένα δημόσιο χώρο για να εξασκηθεί στην υποκριτική. Δεν ξέρω αν κατάφερε να πείσει τους συμμαθητές της για την επιτυχία του εγχειρήματος της. Σίγουρα όμως είχε πείσει εμένα…….


Τέλος



Σπύρος Γλύκας 2012

Comments