'Το Ορυχείο' ένα διήγημα θρίλερ !



Το Ορυχείο




Κάθε μοντέρνο αυτοκίνητο που σέβεται τον εαυτό του διαθέτει μια μεγαλούτσικη οθόνη υγρών κρυστάλλων η οποία βρίσκεται συνήθως στην κεντρική κονσόλα. Ενδείξεις, πληροφορίες, εικόνες, μηνύματα από ραδιοσταθμούς, σύστημα πλοήγησης έως και κινηματογραφικές ταινίες μπορεί να δει κανείς. Η κιτρινωπή οθόνη του εταιρικού οχήματος που οδηγούσα φαινόταν να κάνει ότι μπορεί για να με διατηρήσει ξύπνιο. Με πληροφορούσε πως ήταν 4.15 τα ξημερώματα, ημέρα Τρίτη, 22 Μαρτίου του 2003 και πως αν κατέβαζα το παράθυρο είχα σοβαρές πιθανότητες να αποκτήσω χιονίστρες στ αυτιά μιας και η εξωτερική θερμοκρασία ήταν εικοσιπέντε βαθμούς χαμηλότερη απ’ αυτή που διατηρούσε το κλιματιστικό σύστημα του αυτοκινήτου. Τουτέστιν 2 βαθμοί Κελσίου. Το ραδιόφωνο είχε παραδοθεί στα παράσιτα των τοπικών σταθμών και εγώ φανταζόμουν λυγερόκορμες υπαλλήλους να με υποδέχονται στα γραφεία της επόμενης επιχείρησης που θα επισκεπτόμουν. «Κουράγιο» μουρμούριζα «σε τρεις ώρες θα βρίσκεσαι στο ξενοδοχείο και θα μουλιάζεις στην μπανιέρα παρέα με την υπηρέτρια». Σεξ. Και πάλι σεξ. Είχα παρατηρήσει πως αυτές τις δύσκολες ώρες που ο εαυτός μου αρνιόταν να ξαναβρεθεί πίσω απ’ το τιμόνι και να φορτώσει τρεις με τέσσερις εκατοντάδες χιλιόμετρα αξημέρωτα, το μόνο που μπορούσε κάπως να με διατηρήσει σε μια υποτυπώδη εγρήγορση ήταν οι φαντασιώσεις. Βίτσιο; Έλα όμως που το πρόγραμμα δεν έβγαινε αλλιώς. Τώρα μάλιστα που λουλούδιαζε ο τόπος η δουλειά μου έπρεπε να ακολουθήσει και εκείνη την δική της άνθηση αλλιώς ….ο υπεύθυνος πωλήσεων θα με καλούσε στο γραφείο του για ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή και άντε μετά να ψάχνεις πάλι για δουλειά, να τρέχει το δάνειο του αυτοκινήτου, να μην πας διακοπές. Η οθόνη άρχισε να διαμαρτύρεται. Ένα διαπεραστικό βούισμα συνόδευε την ένδειξη που αναβόσβηνε με μεγάλους χαρακτήρες γραμμένη στα λατινικά : ‘Βλάβη, νούμερο 87’. «Τι στο διάολο» σκέφθηκα και πάτησα κάποια κουμπιά μπας και καθαρίσει η οθόνη. Μάταια. Θορυβημένος έκοψα ταχύτητα και λίγα μέτρα αργότερα σταμάτησα στην άκρη του δρόμου. Έσβησα τον κινητήρα. Το αμάξι έγινε ένα με το σκοτάδι. Θυμήθηκα την ρουτίνα που ακολουθούσαμε στο γραφείο όταν ο υπολογιστής κόλλαγε. Τον κλείναμε και έπειτα από λίγο τον ξανανοίγαμε και λειτουργούσε σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Γύρισα και πάλι το κλειδί στον διακόπτη μα τούτη τη φορά η μίζα δεν δούλεψε. Η φωτεινή ένδειξη επανήλθε δριμύτερη σαν να ανήκε σε κάποιο προεδρικό διάταγμα που μόλις δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Επανέλαβα την ίδια διαδικασία χωρίς κάτι να αλλάξει. «Ωραία, έκτακτα, ας βγω λοιπόν να ρίξω μια ματιά στην μηχανή σου» είπα εκνευρισμένος στο αυτοκίνητο περιμένοντας έστω ένα μηχανικό βήξιμο από μέρους του. Δυσκολεύομαι να μην μιλάω σε κάποιον έστω και αν αυτός ο κάποιος είναι κάτι άψυχο. Οι φίλοι με φωνάζουν Λέξη αντί για Αλέξη που είναι το όνομα μου εξ αιτίας της χειμαρρώδους ομιλίας μου και των νεολογισμών που συχνά πυκνά χρησιμοποιώ. Οι ερημιές δεν είναι ότι καλύτερο για το ευαίσθητο νευρικό μου σύστημα και εγώ ήξερα πολύ καλά πως είχα χαθεί. Είχα ξεχάσει να στρίψω σε μια μεγάλη διασταύρωση και όταν το αντιλήφθηκα είχα ήδη προχωρήσει αρκετά. Ενώ βρισκόμουν στην διαδικασία ανεύρεσης εναλλακτικής διαδρομής που συχνά διακόπτονταν από φανταστικά ερωτικά διαλείμματα το αυτοκίνητο έπαθε βλάβη.
Ευτυχώς που υπάρχουν και τα τσιγάρα. Ανάβω ένα και σταματάω για μια στιγμή να περιστρέφομαι μαζί με τη γη, να είμαι μέρος του σύμπαντος. Είναι το απόκοσμο δευτερόλεπτο της πρώτης ρουφηξιάς. «Γι αυτόν ακριβώς τον λόγο αδυνατώ να το κόψω το ρημάδι» σκέπτομαι και πάλι φωναχτά. Στέκομαι φορώντας ένα γκρίζο μακρύ παλτό μπροστά στον κινητήρα που αχνίζει παλεύοντας με την παγωνιά και προσπαθώ να εντοπίσω το πρόβλημα. Η συγκροτημένη αναρχία καλωδίων και αγνώστων σε μένα μηχανικών μερών περιβάλλει το κυρίως σώμα της μηχανής συνθέτοντας για έναν αδαή τον απόλυτο γρίφο. Μα τι στο καλό γύρευα να βρω και εγώ; Είμαι ακόμα ένας απ’ τους τόσους που πραγματοποιούν τον ίδιο έλεγχο σε κάποιο σημείο του δρόμου απλά και μόνο επειδή έχουν δει άλλους να το κάνουν και το θεωρούν υποχρέωση πριν παραιτηθούν και καλέσουν την οδική βοήθεια. Καλώ την οδική βοήθεια. Και δεν παίρνω απάντηση καμία. Ξανακαλώ μετά από δέκα λεπτά. Τίποτα. Τα πόδια μου αρχίζουν να παγώνουν. Λίγα μέτρα πιο κάτω απ’ το σημείο που έχω σταματήσει υπάρχει μια ταμπέλα. Πλησιάζω. Η νύχτα πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις δεν έχει φεγγάρι και έτσι πρέπει να βρίσκεσαι σε απόσταση αναπνοής για να διακρίνεις τα γράμματα. ‘Καλώς ορίσατε στ ……..’. Το υπόλοιπο χρειάζεται μαντικές ικανότητες ή σύνδεση με το δορυφόρο για να το καταλάβεις. Επιστρέφω στ’ αυτοκίνητο, μαζεύω τα όποια τιμαλφή και με την ταξιδιωτική μου τσάντα στον ώμο επιζητώ την μεταμεσονύκτια περιπέτεια κατά μήκος του άδειου επαρχιακού δρόμου. Το βήμα μου επιταχύνει λόγω ψύχους επιβραδύνει εξ αιτίας της νικοτίνης. Μια αρρυθμία λοιπόν χαρακτηρίζει την πρόοδο μου ενώ κάμποση ώρα αργότερα παρατηρώ σκοτεινούς όγκους που μετά από λίγο τα ονομάζω σπίτια καθώς περνώ απέναντι για να βρεθώ κοντά τους. «Μονόπαντο χωριό» μουρμουρίζω χαμογελώντας με πόνο μιας και τα χείλη μου ξεραμένα απ’ τις χαμηλές θερμοκρασίες, σκάνε βίαια σε δυο τρία σημεία. Κατά πάσα πιθανότητα κτισμένο απ’ τη μια μόνο πλευρά του δρόμου επεξηγώ χωρίς λόγο στον εαυτό μου. Κουβέντα να γίνεται που λένε. Το πρώτο οίκημα έχει μεγάλη αυλή, δυο οπορωφόρα δέντρα – κάτι σαν νεράντζια ή πορτοκάλια φαίνεται να κρέμονται απ’ τα κλαδιά τους – και μια σιδερένια κούνια. Οικογενειάρχης αγρότης; Παρατηρώ την καγκελόπορτα της εισόδου. Σκουριά. Άθλια κατάσταση. Προχωρώ παρακάτω. Παρόμοιες μονοκατοικίες δίχως φως. Δυσκολεύομαι να πιστέψω πως μέσα υπάρχει ζωή. Κοιμούνται; Περπατάω στο στενό πεζοδρόμιο και παρατηρώ πως αρχίζω να διακρίνω όλο και καλύτερα τις πτυχές που πληγώνουν τις φθαρμένες τσιμεντένιες πλάκες. Σηκώνω αργά το κουρασμένο μου βλέμμα και αισθάνομαι σαν τον άνθρωπο που έρχεται σε επαφή με το άγνωστο ον. Οι πλάκες έχουν πλέον πρασινίσει απ’ το νέον φως που διαχέεται απ’ τη φωτεινή επιγραφή του μοναδικού κτιρίου που φωτίζεται σε ολόκληρη την περιοχή. Γυάλινες επιφάνειες αποκαλύπτουν το εσωτερικού ενός έρημου καφενείου με μεταλλικά τραπεζάκια, ξύλινες καρέκλες και μια μεγάλη βιτρίνα πίσω απ’ την οποία περιμένω να ξεπροβάλλει κάποια εξωπραγματική μορφή. Μα δεν κουνιέται φύλλο. Χωρίς να το πολυσκεφθώ μπαίνω μέσα και κάθομαι αποκαμωμένος απ’ την νυχτερινή πορεία. Ανάβω ένα τσιγάρο ακόμα. Παύση. Η τηλεόραση που κρέμεται από ένα μεταλλικό βραχίονα βιδωμένο στον τοίχο θυμίζει τετραγωνισμένο Κυκλώπειο μάτι με καταρράκτη. Τα βουβά παράσιτα υποδηλώνουν ύπαρξη ανθρώπινης δραστηριότητας. Κάποιος την άφησε ανοικτή και έφυγε ή ξάπλωσε για ύπνο. Σηκώθηκα και πάλι και άρχισα να επιθεωρώ τον χώρο. Μια κουρτίνα σκέπαζε την καμάρα που έβγαζε στο πίσω μέρος του μαγαζιού. Ετοιμαζόμουν να παραμερίσω το πολυκαιρισμένο ύφασμα όταν άκουσα θόρυβο. Με δυο βήματα βρέθηκα στην πόρτα και κοίταξα έξω. Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε περάσει ούτε πατίνι από το χωριό. Ένα μεγάλο όχημα πλησίαζε πλέον αργά το σημείο που βρισκόμουν. «Για δες, σταματάει» μουρμούρισα ενθουσιασμένος. Δεν ήμουν σε θέση να σκεφθώ κάτι κακό για τον υπέρβαρο άντρα που κατέβαινε με ασυνήθιστη σβελτάδα την μεταλλική σκαλίτσα του λευκού φορτηγού. Με προλαμβάνει η διάθεση επικοινωνίας μπλοκάροντας οποιαδήποτε ανάδυση σκοτεινών σκέψεων από τον απύθμενο βυθό του υποσυνείδητου. Ο άγνωστος που σε λίγα δευτερόλεπτα ή το πολύ λεπτά θα αποκτήσει όνομα είναι μετρίου αναστήματος, με μεγάλα μάτια και έντονα μαύρα φρύδια, στρογγυλοπρόσωπος με κοντό γενάκι και μακρύ σγουρό μαλλί δεμένο κότσο. Μοιάζει να έχει βγει από αμερικάνικη ταινία και να διατηρεί τις ίδιες διατροφικές συνήθειες με τους μοσχαναθρεμμένους συναδέλφους του που ζουν και εργάζονται στην πατρίδα του πλανητάρχη. 
«Καλησπέρα, τι έγινε;» του λέω. Εκείνος με κοιτάζει ταραγμένος. Είναι ιδρωμένος. Όπου να ναι θα αρχίζει να αισθάνεται τις σταγόνες να παγώνουν στο μέτωπο του. Φαίνεται να καλοσκέφτεται τι θα μου απαντήσει λες και βρίσκεται στην τελευταία ερώτηση κάποιου τηλεοπτικού παιχνιδιού με έπαθλο την ψυχική του ηρεμία.
«Μόνος σου είσαι;» καταφέρνει να πει. Εμένα μου φάνηκε πως πέρασε ένα πεντάλεπτο απ’ τη στιγμή που απόσωσα την ερώτηση μου.
«Μόνος. Από πού έρχεσαι φίλε;» του είπα.
«Βόρεια. Άσε αδερφέ, κόντεψα να το χάσω πριν από λίγο γι αυτό με βλέπεις έτσι». Άρχισε να μου εξιστορεί την μικρή περιπέτεια που είχε όταν καθώς οδηγούσε τον πήρε για μια στιγμή βόλτα ο Μορφέας και παρ’ ολίγο να βρεθεί αγκαλιά με ένα βενζινάδικο. Είχα περάσει από εκεί πριν σταματήσω για να διαπιστώσω τι συμβαίνει με το αυτοκίνητο και ήταν κλειστό. Ο φορτηγατζής λίγο έλλειψε να το κλείσει μια και καλή.
«Φαντάζεσαι τι θα μπορούσε να είχε συμβεί; Θα έπαιρνε φωτιά ο τόπος» συνέχιζε αναστατωμένος. «Δεν μου ‘χει ξανασυμβεί να με πάρει ο ύπνος στο τιμόνι. Ποτέ. Μην με ρωτήσεις τι και πως. Άγιο είχα. Ξύπνησα την στιγμή που το φορτηγό είχε ευθυγραμμιστεί με την νησίδα του πρατηρίου. Πάλεψα με το τιμόνι ενώ ένοιωθα την καρότσα να μετακινείται βίαια και το φορτίο να κοπανιέται πάνω στα τοιχώματα της. Τελικά ξαναβρέθηκα στην πορεία μου αλλά μου ‘φυγε η ψυχή».
«Τυχερός ήσουν».
«Μμμ, όχι και τόσο αφού αναγκάστηκα να σταματήσω εδώ πέρα».
«Το όνομα σου;»
Με λένε Παύλο, εσένα;». Αφού λοιπόν έγιναν και οι απαραίτητες συστάσεις του διηγήθηκα και εγώ την δική μου περιπέτεια. Με επιδέξιους χειρισμούς κατάφερα να περάσω και σε άσχετα θέματα οικονομικής, κοινωνικής και πολιτιστικής φύσεως που κατά πάσα πιθανότητα δεν ενδιέφεραν τον συνομιλητή μου ο οποίος με παρακολουθούσε ανήσυχος. Στην μέση της ανάλυσης μιας γαστριμαργικής  ιδιομορφίας των Ελλήνων αστών με διέκοψε : «Δεν έχεις ξαναβρεθεί στην περιοχή ε;». Του έγνεψα αρνητικά.
«Ετοιμάσου να ακούσεις για ποιο λόγο δεν σταματάει πια κανείς σ’ αυτό το χωριό» μου είπε. Πάλι καλά σκέφθηκα. Μπορεί να μην κατάφερα να ανοίξω συζήτηση με τον πλούτο των θεμάτων που είχα σπεύσει να θίξω αλλά θα μάθαινα τουλάχιστον και κάτι ενδιαφέρον. Ο Παύλος έπιασε να μου διηγείται τα παρακάτω :
Ήταν Μάρτιος του 2002 και η ζωή στο χωριό κυλούσε ως συνήθως. Οι άντρες ξυπνούσαν πριν απ’ τα κοκόρια και πήγαιναν στο ορυχείο για δουλειά και οι γυναίκες φρόντιζαν τα του οίκου τους. Τα εισοδήματα όλης της κοινότητας προέρχονταν απ’ τη λειτουργία του ορυχείου και ο οικισμός είχε δημιουργηθεί εξ αιτίας του. Στα μέσα του μήνα ο καιρός βάλθηκε να ανεβοκατεβάζει την θερμοκρασία ταλαιπωρώντας τους κατοίκους με ξαφνικά κρυολογήματα και εξοντωτικές ιώσεις. Το αποκορύφωμα της μετεωρολογικής  αναστάτωσης έφθασε στις 21 του μηνός όταν το θερμόμετρο που βρισκόταν στην είσοδο του ορυχείου σκαρφάλωσε στους 32 βαθμούς στις οκτώ το πρωί. Την επόμενη μέρα και ενώ η ασυνήθιστη ζέστη συνεχιζότανε συνέβη ένα τρομερό ατύχημα. Ένας σεισμός μικρής έντασης στάθηκε αρκετός για να μετακινήσει τα υποστυλώματα που βρισκόντουσαν στο δεύτερο επίπεδο εξόρυξης αρκετά μέτρα κάτω απ’ τη γη. Εκείνη τη στιγμή όλο το έμψυχο δυναμικό του ορυχείου βρισκόταν σε εκείνο το σημείο και δούλευε πυρετωδώς για τη διάνοιξη μιας νέας σήραγγας. Κανένας δεν κατάφερε να βγει ζωντανός. Οι μισοί καταπλακώθηκαν και οι υπόλοιποι παρέμειναν εγκλωβισμένοι χωρίς καμιά ελπίδα. Οι γυναίκες τους έκλαιγαν για νύχτες πολλές έξω απ’ την είσοδο της τελευταίας κατοικίας των αντρών τους έως ότου αποδέχθηκαν το αναπάντεχο διαζύγιο που τους έβγαλε η μοίρα, πήραν τα παιδιά τους και έφυγαν από τούτο τον καταραμένο τόπο για πάντα. Το ορυχείο δεν ξανάνοιξε από τότε και ο οικισμός θεωρείται στοιχειωμένος.
«Ενδιαφέρον» σχολίασα. Είχαν περάσει λίγα λεπτά δίχως να αρθρώσω λέξη. Αυτό έλεγε πολλά. Το μυαλό μου είχε γεμίσει εικόνες από διαμελισμένα πτώματα καλυμμένα από χώμα και γυναίκες με παραδοσιακές ηπειρώτικες φορεσιές έτοιμες να χορέψουν τον χορό του Ζαλόγγου και να χαθούν στο μαύρο στόμα της σπηλιάς που έχασκε στην κορυφή ενός μικρού λόφου. Για να ξεχωρίζει μάλιστα απ’ το υπόλοιπο τοπίο υπήρχε η λέξη ‘ΟΡΥΧΕΙΟ’ σχηματισμένη με λευκό βότσαλο στην μια του πλευρά.
«Όπως το βλέπει κανείς» μου απάντησε με σοβαρότητα ο συνομιλητής μου.
«Ξέρεις τι μέρα είναι σήμερα;» τον ρώτησα και πρόσθεσα «22 Μαρτίου, όπως τότε». Ο Παύλος με κοίταξε τρομαγμένος.
«Αλλά δεν έχει χαράξει ακόμα, ούτε έγινε σεισμός» συνέχισα αστειευόμενος. «Άσε που κάνει ψόφο». Ο Παύλος δεν είχε καμία όρεξη για αστεία. Ο ιδρώτας είχε επανέλθει στο μέτωπο του.
«Άκου φίλε, δεν ξέρω για σένα αλλά εγώ πρέπει να φύγω το συντομότερο δυνατό από δω. Σταμάτησα γιατί έπρεπε να συνέλθω ύστερα απ’ αυτό που μου συνέβη. Δεν κάθομαι άλλο. Θα ήθελα μόνο να σου ζητήσω μια χάρη πριν φύγω. Πρέπει να συμμαζέψω το εμπόρευμα. Δεν έχω πολλά κιβώτια αλλά θα έχουν ανακατωθεί με τους απότομους ελιγμούς που έκανα για να αποφύγω τη σύγκρουση και δεν μπορώ να τα καταφέρω μόνος μου. Πάμε να ρίξουμε μια ματιά;»
«Πολύ ευχαρίστως να σε βοηθήσω. Τι μεταφέρεις αν επιτρέπεται;» τον ρώτησα.
Η μεταλλική πόρτα υποχώρησε υπακούοντας την ηλεκτρική εντολή που έλαβε από το αφεντικό της αποκαλύπτοντας δεκάδες στοιβαγμένα χαρτοκιβώτια που καταλάμβαναν μεγάλο μέρος απ’ τον ωφέλιμο χώρο φόρτωσης. Κατά μεσοίς του κενού που μεσολαβούσε απ’ το κατώφλι της πόρτας μέχρι την πρώτη σειρά με τα άψογα τακτοποιημένα κιβώτια υπήρχε άλλο ένα τόσο στραπατσαρισμένο, που φαινόταν σαν να είχε προσπαθήσει επανειλημμένως να χωθεί ανάμεσα τους δίχως όμως τελικά να τα καταφέρει. Καμιά εικοσαριά βιβλία είχαν χυθεί στο δάπεδο προδίδοντας την ταυτότητα του φορτίου.
«Αποκλείεται. Δεν είναι δυνατόν» μουρμούριζε ο Παύλος.
«Τι εννοείς;» του είπα.
«Άκουσα με τα αυτιά μου τα κιβώτια να κοπανιούνται. Δεν υπάρχει περίπτωση να έμειναν όλα στη θέση τους ύστερα από τέτοιο κούνημα».
Έφερα στα χέρια μου ένα βιβλίο. Είχε μαύρο ματ εξώφυλλο. Τίτλος και συγγραφέας απόντες. Μέτρησα τρεις κιτρινισμένες σελίδες δίχως έντυπα σημάδια και στην τέταρτη βρέθηκα επιτέλους στα περιεχόμενα. Δεν ήξερα ακόμα αν ήταν κεφάλαια ή τίτλοι διηγημάτων. Στο μεταξύ ο Παύλος που προσπαθούσε να βρει μια λογική εξήγηση για την τάξη που επικρατούσε στο εσωτερικό του φορτηγού του μου άρπαξε με μια κίνηση το βιβλίο και άρχισε να διαβάζει φωναχτά:
1.     Θάνατος
2.     Νεκροί
3.     Μοιραίο Τέλος.
Άφησε το σύγγραμμα να πέσει απ’ τα χέρια του και έπιασε το μισοδιαλυμένο χαρτόκουτο ανακατεύοντας νευρικά τα βιβλία που είχαν απομείνει μέσα. Ήταν όλα ίδια μ’ αυτό που μόλις πριν λίγο ξεφυλλίσαμε. Με ένα σάλτο βρέθηκε δίπλα στα υπόλοιπα κιβώτια. Έβγαλε απ’ το φαρδύ του παντελόνι ένα σουγιά και τον έμπηξε με ένταση σε ένα απ’ αυτά. Η σκέψη που και οι δυο είχαμε κάνει επιβεβαιώθηκε. Ίδια βιβλία παντού. Η ταραχή έκανε την εμφάνιση της πλέον και στο δικό μου νευρικό σύστημα. Άρχισα να διαβάζω την πρώτη παράγραφο. Λίγο πιο πέρα καθισμένος στο πάτωμα ο Παύλος έκανε το ίδιο. Το βιβλίο ξεκινούσε με την συνάντηση ενός πωλητή και ενός φορτηγατζή σε ένα άδειο καφενείο. Εκείνος σταμάτησε. Συνέχισα να διαβάζω ενώ ένοιωθα το βλέμμα του να με παρατηρεί. Ύστερα από λίγο σηκώθηκε απότομα και μου είπε :
«Δεν θέλω να ξέρω την συνέχεια. Δεν θέλω να μάθω τίποτα άλλο. Ούτε για το βιβλίο ούτε για σένα. Φεύγω». Η πόρτα ξετυλίχθηκε αργά μπροστά στα κουρασμένα μου μάτια και πριν προλάβει να κλείσει, το φορτηγό ξεκινούσε βίαια αφήνοντας πίσω του δυο ρηχά αυλάκια από λάσπη και μερικά βιβλία που γλίστρησαν και έπεσαν στο υγρό χώμα που υπήρχε στην άκρη του δρόμου. Ανάμεσα τους έμεινα να διαβάζω τη μια σελίδα μετά την άλλη ώσπου έφτασα στην περιγραφή της τελευταίας σκηνής κατά την οποία με εγκαταλείπει ο Παύλος. Δεν υπήρχε συνέχεια. Γύρισα σελίδα και βρέθηκα στο δεύτερο μέρος με τίτλο ‘Νεκροί’. Καμία διαφοροποίηση απ’ το πρώτο. Πέρασα γρήγορα στο τελευταίο κεφάλαιο, ‘Μοιραίο Τέλος’. Και εκεί τα ίδια. Ένα βιβλίο με τρία κεφάλαια στα οποία αλλάζουν μονάχα οι τίτλοι και το περιεχόμενο σταματάει στην αναχώρηση του φορτηγατζή.
Είχε ήδη χαράξει. Κοίταξα το καφενείο. Κανένα ίχνος ζωής εκτός από δυο απελπισμένες μύγες που είχαν κολλήσει πάνω σε μια λάμπα φθορίου προσπαθώντας να επιβιώσουν για μερικές ώρες ακόμα. Αποφάσισα να επιστρέψω στο αυτοκίνητο και να ξανακαλέσω την οδική βοήθεια. Όλο και κάποιος θα περνούσε. Περπατούσα αργά έχοντας ένα τσιγάρο στο ξερό μου στόμα. Το κρύο δεν με ενοχλούσε. Το είχα συνηθίσει. Δεν μπορούσα να δώσω εξήγηση σ’ αυτό που συνέβαινε. Ξεπερνούσε το συμβατικό μου τρόπο σκέψης. Έφτασα στ’ αυτοκίνητο. Γύρισα το κλειδί στο διακόπτη γιατί ποτέ δεν ξέρεις. Το αυτοκίνητο πήρε μπροστά σαν να μην είχε πάθει ποτέ τίποτα και ο κινητήρας ανέβασε στροφές για να ζεσταθεί. Η κίτρινη οθόνη επανήλθε στις συνηθισμένες τις ενδείξεις. Όλα φαινόντουσαν να λειτουργούν κανονικά. Κούμπωσα την πρώτη σχέση στο κιβώτιο ταχυτήτων και ξεκίνησα. Στο κάθισμα του συνοδηγού αναπαυόταν το παράξενο βιβλίο. Άφησα πίσω μου τον οικισμό που με το πρώτο φως της ημέρας αποκάλυπτε μονάχα την εικόνα της εγκατάλειψης. «Ο φόβος αισθάνεται πιο άνετα τη νύχτα» μουρμούρισα. Κάμποσα χιλιόμετρα πιο κάτω καθώς προσέγγιζα μια απότομη στροφή παρατήρησα έντονα μαύρα ίχνη από δυνατό φρενάρισμα στην άσφαλτο. Το προστατευτικό κιγκλίδωμα στην αντίθετη κατεύθυνση έχει δεχτεί σφοδρή επίθεση από κάτι ογκώδες. Σταμάτησα σε ένα πλάτωμα με χαμηλή βλάστηση. Πέρασα στην άλλη μεριά του δρόμου και στάθηκα πάνω από μια βαθιά χαράδρα. Το φορτηγό του Παύλου είχε σκορπίσει πάνω στα βράχια δεκάδες μέτρα κάτω απ’ τα πόδια μου. Επέστρεψα στο αμάξι και άνοιξα το βιβλίο. Μια σελίδα είχε προστεθεί σε κάθε κεφάλαιο που περιέγραφε τον τραγικό θάνατο του Παύλου. Χωρίς δεύτερη σκέψη έκανα αναστροφή και επέστρεψα στον οικισμό. Όχι, δεν είχα βρει ξαφνικά την απάντηση σ’ αυτή την τρέλα. Το ένστικτο με οδήγησε έξω απ’ την φραγμένη είσοδο του ορυχείου. Μια λιτή μαρμάρινη πλάκα τριγυρισμένη από ξερά λουλούδια και άνυδρα καντήλια ανέφερε τα 87 ονόματα των ανθρώπων που σκοτώθηκαν την ίδια μέρα πριν από ακριβώς ένα χρόνο. Έπιασα να τα διαβάζω μηχανικά μέχρι που έφτασα στο τελευταίο ‘Παύλος Αργυρίου 28, οδηγός φορτηγού’. Η χάραξη ήταν ασυνήθιστα φρέσκια. Κλείδωσα το μυαλό μου σ’ αυτό που είχα αποφασίσει να κάνω. Μάζεψα αρκετά άγρια λουλούδια απ’ την ανθισμένη γη, έφτιαξα ένα όμορφο δεμάτι και έχωσα μέσα του το ζωντανό σύγγραμμα. Έπειτα και με τη βοήθεια μιας μεγάλης μυτερής πέτρας κατάφερα να σπάσω την πρόχειρη κλειδαριά που κάποιοι είχαν τοποθετήσει επιπόλαια και να μπω μέσα στο ορυχείο. Η υπερένταση που ένοιωσα ήταν αρκετή για να με κάνει να αφήσω το δεμάτι κατάχαμα και να απομακρυνθώ τρέχοντας. Έφθασα στο αυτοκίνητο ξέπνοος.  Οδήγησα τρεις ώρες χωρίς να σταματήσω. Όταν έφτασα στο ξενοδοχείο, έκανα ένα ζεστό μπάνιο και έκατσα δίπλα στο παράθυρο ανάβοντας ένα τσιγάρο. Κόσμος πηγαινοερχότανε στον φαρδύ πεζόδρομο. Το βλέμμα μου έπεσε ασυναίσθητα στην βιτρίνα ενός βιβλιοπωλείου. Έριξα το παλτό πάνω απ’ τις πυτζάμες μου και κατέβηκα τρέχοντας αναζητώντας ανήσυχος το σύγγραμμα με το μαύρο εξώφυλλο.
Πιστεύω πως γλύτωσα. Κάθε φορά όμως που περνάω μπροστά από βιτρίνες με βιβλία αισθάνομαι το ίδιο σφίξιμο στην καρδιά και ας έχουν περάσει δυο χρόνια από τότε . . .

Τέλος


Σπύρος Γλύκας 2012

Comments

  1. Πολύ σκοτεινό αλλά και ελπιδοφόρο ταυτόχρονα...φοβήθηκα πως το τέλος του αφηγητή ήταν προδιαγεγραμμένο κι ότι το όνομά του θα ήταν το επόμενο που θα εμφανιζόταν στην επιτύμβια στήλη, όμως η συνειδητοποίηση του κινδύνου που διατρέχει και η αντίδρασ'η του ήταν λυτρωτική. Μοιάζει με ταξίδι/περιπλάνηση στο σκοτάδι του ασυνείδητου, που όμως δείχνει και το δρόμο για τη διέξοδο.

    ReplyDelete
    Replies
    1. Χαίρομαι που σας άρεσε. Το σχόλιο σας ήταν πολύ εύστοχο!

      Delete
  2. Πολύ ατμοσφαιρίκο! Το στοιχείο του suspense πολύ έντεχνα αναπτυγμένο! Μου άρεσε πολύ! :)

    ReplyDelete

Post a Comment