'Το ψάρι' - διήγημα καλοκαιρινό



Το ψάρι




Το ψάρι στ αλήθεια, δεν μου άρεσε καθόλου. Όποτε με τραβούσαν στο τραπέζι με το ζόρι προφασιζόμενοι ότι δεν υπήρχε άλλο φαγητό, σερνόμουν στα πατώματα και έβγαζα στριγκλιές που θεωρούσα ότι θα μπορούσαν να αποτρέψουν την τοποθέτηση μου ενώπιον πιατέλας με είδη αυτής της συνομοταξίας. Για κάποιο λόγο που έχει να κάνει με την αντίληψη που έχουμε όταν είμαστε παιδιά για τις γεύσεις, η τηγανιτή Γλώσσα και μόνο αυτή, μου ήταν έως και ευχάριστη. Ο πατέρας μου ήταν όμως ναυτικός και το έφερνε βαρέως ότι ο γιόκας του περιφρονούσε τα φρέσκα ψάρια που τόσο γενναιόδωρα του προσέφεραν άνθρωποι του λιμανιού, ψαράδες που αψηφούσαν την θάλασσα ή τον καυτό ήλιο ή και τα δυο μαζί βγάζοντας με κόπο το ψωμί τους πουλώντας τα στην αγορά. Για μένα πάλι, οι ψαράδες ήταν συνδεδεμένοι με εικόνες απ’ την τηλεόραση που κατοικοέδρευε ήδη σε περίοπτη θέση στο σαλόνι του σπιτιού μας, πλημμυρίζοντας το οπτικό μου πεδίο τις απογευματινές ώρες της ημέρας με αποχρώσεις του γκρι. Εκεί έβλεπα βάρκες σε ήρεμες λίμνες και Αμερικάνους με ένα καλάμι στο χέρι να ρεμβάζουν στο πουθενά μέχρις ότου ως εκ θαύματος ένα μεγάλο ψάρι να τους κάνει τη ζωή δύσκολη για μερικά δευτερόλεπτα πριν καταλήξει στη βάρκα τους και έπειτα στον ντόκο σε κάθετη θέση, με το κεφάλι να κοιτάζει το μπετόν και το νεκρό του μάτι την φωτογραφική μηχανή που το αποθανάτιζε. Το ψάρεμα όμως, ίσως μ αυτόν τον τρόπο, μου τράβηξε την προσοχή και με έφερε επανειλημμένως με πετονιά και δολώματα από ψωμί στο χέρι, δίπλα σε πλεούμενα που λικνίζονταν σε γραφικά νησιώτικα λιμάνια. Σε ένα από αυτά, ένα μεσημέρι, παρέα με την μεγάλη μου αδερφή, κάτω από ένα ήλιο που μας είχε κάνει ήδη να μοιάζουμε με καλοσμιλεμένες φιγούρες από συμπαγή σοκολάτα, κατάφερα να πιάσω το πρώτο μου ψάρι. Βέβαια το όλο εγχείρημα συνοδεύτηκε κι από μια εντυπωσιακή βουτιά, αφού κοιτούσα και ξανακοιτούσα τον βυθό λες και θα μπορούσα να ξεχωρίσω την πετονιά και το δόλωμα μαζί με το ψάρι που θα δάγκωνε το αγκίστρι, χάνοντας κάποια στιγμή την ισορροπία μου, καταλήγοντας στα όχι και τόσο καθαρά νερά που έγλυφαν την προκυμαία. Ο κέφαλος πιάστηκε μετά την βουτιά, με την πετονιά της αδερφής μου που είχε ήδη απομακρυνθεί μετά την πτώση μου. Η δική μου μπλέχτηκε και κόπηκε.

Τράβηξα λοιπόν με ανυπομονησία το ψάρι έξω απ’ το νερό και το άφησα να σπαρταράει για λίγο στο έδαφος. Έπειτα το σήκωσα δίχως να το απαγκιστρώσω γιατί φοβόμουν μην τυχόν και με δάγκωνε και πήρα τον δρόμο του γυρισμού για τα ενοικιαζόμενα δωμάτια όπου διέμεναν οι γονείς μου. Στο δρόμο το ψάρι με τα πολλά πέρα δώθε, πάνω-κάτω ξέφυγε απ’ το αγκίστρι επιχειρώντας τη μεγάλη απόδραση με μοναδικό αποτέλεσμα να ξαναβρεθεί στο έδαφος και να βρω το θάρρος απ’ την αγωνία μου μην το χάσω, να το πιάσω απ’ την ουρά. Η αδερφή μου με ακολουθούσε με ένα παγωτό στο χέρι, χαρούμενη που τελείωσε επιτέλους αυτή η δραστηριότητα που είχε πάψει να την ενδιαφέρει απ’ τα πρώτα λεπτά της άφιξης μας στην προκυμαία. ‘Μπράβο, μπράβο’ μου έλεγε και ξανάλεγε με ανακούφιση παρά με αγάπη. Δεκαπέντε σκαλοπάτια με χώριζαν απ’ την πόρτα του δωματίου που βρισκόταν στο εσωτερικό της αυλής. Δεκαπέντε δευτερόλεπτα πάνω κάτω απ’ το να παρουσιάσω τον προσωπικό μου θρίαμβο στην μαμά μου και τον μπαμπά μου και εκεί κάπου στη μέση της διαδρομής, ανάμεσα στο έβδομο και το όγδοο δευτερόλεπτο, ήρθε μια γάτα απ’ το πουθενά , πήδηξε με χάρη, μου άρπαξε τον κέφαλο και έφυγε απ’ την αυλή. Τέλος χρόνου, δάκρυα και απογοήτευση. Η αδερφή μου με χτύπησε στον ώμο και μου είπε σκληρά : ‘ας πρόσεχες’. Εκείνη την ώρα άνοιξε η πόρτα του δωματίου και φάνηκε το καλοσυνάτο πρόσωπο της μητέρας μου. ‘Τι έπαθες εσύ και στέκεσαι σα μαρμαρωμένος;’. Την πλησίασα και έφερα τα δάκτυλα μου μπροστά απ’ τη μύτη της. ‘Ε, δεν το πιστεύω’ μου είπε έκπληκτη. ‘Έφαγες ψάρι;’


Τέλος

Σπύρος Γλύκας  2012

Comments