Η Ρόουζ είναι νεκρή - διήγημα



‘Ρόουζ’ μουρμούρισε.
Πότε κατέβηκε εκείνη την σαραβαλιασμένη σκάλα και βρέθηκε στο πίσω μέρος του κτιρίου. Πότε έφτασε στο σταθμό του μετρό. Θυμόταν τον ελεγκτή δίπλα στις κυλιόμενες σκάλες που την κοίταξε λες και ήξερε. Το βλέμμα του σκοτεινό, τα δάχτυλα του ίδρωναν, κολλούσαν στο παντελόνι του ενώ την έχανε απ’ το οπτικό του πεδίο καθώς χανόταν ένα επίπεδο πιο κάτω. ‘Ρόουζ’. Τώρα μπορούσε να κλάψει. Για λίγο. Σε μια γωνία ντυμένη με πλακάκια σαν κι αυτά που είχαν οι τουαλέτες ή τα ντους στο κολυμβητήριο ή ο υπόγειος. Οι περισσότεροι είχαν το βλέμμα τους στραμμένο στις γραμμές, σε μια μαύρη τρύπα που έπαυε κάθε λίγα λεπτά να είναι και να γεμίζει λευκό φως. ‘Γιατί έφυγα;’ αναρωτήθηκε.
Δυο αστυνομικοί εμφανίστηκαν απ’ την άλλη μεριά της αποβάθρας. Ήταν ανήσυχοι και φώναξαν να μην επιβιβαστεί κανείς στο τρένο που μόλις είχε σταματήσει και άνοιγε τις πόρτες του. Κόσμος πολύς ξεχύθηκε παρασύροντας σαν κύμα και τους ίδιους. Άφησε δυο μεγαλόσωμους άντρες να την σπρώξουν προς τα πίσω. Λίγα λεπτά αργότερα έβγαινε και πάλι στον δρόμο. Φοβήθηκε ότι είχαν έρθει να την συλλάβουν. Έτρεχε και πάλι και μαζί με εκείνη τα δάκρυα της. Έσπρωξε την πόρτα ενός καφέ και χώθηκε μέσα. Έξω έβρεχε τώρα. Πίσω απ’ τη μπάρα πήγαιναν κι ερχόντουσαν νεαροί άντρες. Ντυμένοι με λευκά πουκάμισα και μαύρα παντελόνια ενώ από πάνω τους δυο τεράστια ηχεία ξέρναγαν μαύρη τζαζ του πενήντα. ‘Η Ρόουζ θα ξετρελαινόταν εδώ. Καημένη’ είπε.
‘Συγνώμη για την ενόχληση, αλλά σας είδα έτσι αναστατωμένη να μπαίνετε και τώρα να μιλάτε μόνη σας. Κάτι μάλλον όχι ευχάριστο θα πρέπει να σας έχει συμβεί’. Δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι είχε εκφράσει τη σκέψη της μεγαλόφωνα. Ένας κύριος γύρω στα εξήντα, με ένα πρόσωπο που έμοιαζε να έχει βγει από παλιά ταινία του Χόλλιγουντ καθόταν στο διπλανό σκαμνί με ένα ποτήρι γεμάτο ένα διάφανο υγρό με πολλά παγάκια. Κοίταξε το ρολόι της παρόλο που ήξερε περίπου την ώρα.
‘Λίγο νωρίς δεν είναι για αυτό;’ του είπε δείχνοντας το ποτήρι.
‘Εξαρτάται’ της απάντησε.
‘Από τι;’.
‘Από το πώς βλέπει τη ζωή ο καθένας. Έδιωξε τις αφέλειες που είχαν κολλήσει απ’ τη βροχή στο μέτωπο της. Αναρωτήθηκε αν ήθελε στ’ αλήθεια ένα δυνατό καφέ ή ένα δυνατό υπνωτικό. Το σπίτι της ήταν αρκετά μακριά απ’ την περιοχή στην οποία βρισκόταν. Έπρεπε να φτάσει στο τέρμα της δεύτερης γραμμής του μετρό και μετά να πάρει ένα λεωφορείο για μια διαδρομή είκοσι περίπου λεπτών.
‘Λοιπόν, δε θα με ρωτήσετε;’
‘Για τι πράγμα;’. Εκείνη τη στιγμή τους διέκοψε ένας απ’ τους νεαρούς που ετοίμαζαν τα ροφήματα πίσω απ’ τη μπάρα. ‘Καφέ’ είπε τελικά, ‘ένα διπλό εσπρέσο, σκέτο’.
‘Μα, για το πώς βλέπω τη ζωή’. Τα κόκκινα σγουρά μαλλιά της Ρόουζ και το γατίσιο βλέμμα της είχαν θολώσει την όραση της. Αυτή έβλεπε σε ένα παράλληλο σύμπαν, μέσα σε ένα λευκό φόρεμα, τη μέρα του γάμου της. Ο ξένος έφερε το ποτήρι στα χείλη του και κατέβασε δυο μεγάλες γουλιές απ’ το ποτό του. Κοίταξε έξω απ’ το τζάμι, μέχρι την άκρη του απέναντι πεζοδρομίου σαν να έψαχνε για κάτι συγκεκριμένο.
‘Περιμένετε κάποιον;’ τον ρώτησε ενώ μια πρώτη δόση καφεΐνης διέτρεχε το νευρικό της σύστημα.
‘Μπα .. Εσύ;’ Αλλάζοντας τον αριθμό σε ενικό, σαν να άλλαξε και ο ίδιος. Μετακίνησε το σκαμνί του πιο κοντά, το αριστερό του χέρι ακουμπούσε στην πλάτη του δικού της και τα χείλη του απείχαν ένα τσιγάρο απ’ τα δικά της. Της ερχόταν να λιγοθυμήσει. Η εικόνα της Ρόουζ πήγαινε και ερχόταν στη μνήμη της, ο καφές τρυπούσε το άδειο της στομάχι. Αμφέβαλλε για τον ίδιο της τον εαυτό και ο άγνωστος που καθόταν δίπλα της ίσως να ήταν ο μόνος που μπορούσε εκείνη τη στιγμή να την βγάλει από αυτή τη δύσκολη θέση. Θα έδινε τα πάντα για να ξεφύγει κι από εκείνη την ίδια. Κουβέντιασαν για μερικά λεπτά ακόμα αλλά δεν μπορούσε να κρύψει τη δυσφορία της. Ήθελε να απομακρυνθεί όσο μπορούσε απ’ την περιοχή που ζούσε η φίλη της. Μονάχα στο σπίτι της θα αισθανόταν καλύτερα κι ας ήταν παρέα μ’ αυτόν τον ξένο.
Εκείνος πλήρωσε και φύγανε. Μπήκανε σε ένα παλιό μαύρο αυτοκίνητο και διανύσανε όλη την απόσταση μέχρι το σπίτι της βουβοί, ακούγοντας δυο ηλίθιους δημοσιογράφους που πάσχιζαν να τους πείσουν ότι ήταν οι μεσσίες της ενημέρωσης. Η διαδρομή από μόνη της ήταν για κείνη λυτρωτική, σε τέτοιο βαθμό που λίγα χιλιόμετρα πριν φτάσουν στον προορισμό τους είχε ήδη σκεφτεί ότι δεν υπήρχε τελικά λόγος να την κάνει με τον άντρα που καθόταν δίπλα της. Τα χωράφια έκαναν σιγά-σιγά την εμφάνιση τους και τα σπίτια αραίωναν όλο και περισσότερο. ‘Μα, που μένεις;’ της είπε απορημένος ο άγνωστος.
‘Σε ένα τροχόσπιτο’ του είπε. Αναπόφευκτα θυμήθηκε την αντίδραση της Ρόουζ πριν από πολλά χρόνια όταν την είχε επισκεφθεί στο σπίτι της για πρώτη φορά.
‘Μόνη σου;’
‘Ναι’.
‘Δεν φοβάσαι;’ τον πρόλαβε σαν να ρωτούσε τον ίδιο της τον εαυτό. ‘Όχι, έχει κι άλλα, πολλά τροχόσπιτα και λυόμενα σπίτια στην περιοχή. Είναι ένας μικρός οικισμός με πολύ πιο στενές σχέσεις των γειτόνων απ’ ότι σε ένα συμβατικό. Όσο κι αν σου φαίνεται περίεργο, εδώ νοιαζόμαστε ο ένας για τον άλλο. Ίσως επειδή αισθανόμαστε αποκομμένοι’. Όταν μπήκαν στο σπιτάκι ο ξένος βάλθηκε να εξερευνεί όλους τους χώρους χωρίς να την ρωτήσει. Ίσως και να το θεωρούσε αυτονόητο μια και τον είχε αφήσει να έρθει χωρίς καμία αντίρρηση.
‘Καλά, πως προέκυψε αυτό το μέρος;’ την ρώτησε σαν να ήταν ένας παλιός φίλος που είχε καιρό να την δει και παρατηρούσε μια ξαφνική αλλαγή στη ζωή της. Ένοιωθε ότι σύντομα θα ξανακυλούσε στο δράμα και την αμφιβολία και πριν προλάβει το μυαλό της να ανταποκριθεί έπιασε το κεφάλι του άγνωστου και κόλλησε τα χείλη της στα δικά του. Φιλούσε μια προσωρινή λύση αλλά εκείνη τη στιγμή της ήταν αρκετό. Γδύθηκε πριν καλά καλά την αγγίξει και ανέβηκε επάνω του ενώ εκείνος είχε χάσει την ισορροπία του και είχε βρεθεί καθιστός στον καναπέ. Έκαναν έρωτα μέσα σε μια ζάλη που κράτησε μισή ώρα.  Δεν κατάφερε να τελειώσει. Όλο αυτό το διάστημα προσπαθούσε να κάνει αυτό ακριβώς ενώ ο άγνωστος διατηρούσε μια παθητική στάση μην βρίσκοντας τρόπο να ανακόψει την ορμή της.
Όταν τελείωσε εκείνος, φρόντισε να ντυθεί γρήγορα σαν να φοβόταν ότι θα υπάρξει και συνέχεια και ότι δε θα μπορούσε να ανταποκριθεί. Η Μάνια καθισμένη γυμνή στην άλλη άκρη του καναπέ, έβγαλε τις λέξεις που από το πρωί πλημμύριζαν το μυαλό της.
‘Η Ρόουζ είναι νεκρή’. Ο άγνωστος φάνηκε να εκπλήσσεται.
‘Το περίμενα ότι κάποια στιγμή η κουβέντα θα ’ρχόταν στη φίλη σου, αλλά δεν ήθελα να σε πιέσω. Δεν θα μπορούσα να φανταστώ όμως ότι κάτι τόσο άσχημο είχε συμβεί. Εννοείς ότι …’.
‘Τη δολοφόνησαν, τη βρήκα σήμερα το πρωί στο διαμέρισμα της. Και ξέρεις ποιο είναι το χειρότερο; Δεν είμαι σίγουρη για τον εαυτό μου. Μπορεί να το ’κανα εγώ’.
‘Εσύ; Μα πως; Αφού εσύ τη βρήκες’.
‘Είχαμε βγει χθες βράδυ και γυρίσαμε μεθυσμένες. Το πως έφυγα απ’ το σπίτι της και γύρισα στο δικό μου δεν θυμάμαι. Έχω ένα τεράστιο κενό μνήμης. Απ’ αυτά που σου αφήνει το αλκοόλ. Πρέπει να πήρα ταξί. Το θέμα όμως είναι αν είχα κάνει κάτι τρομερό πριν φύγω  … Γι αυτό και γύρισα πίσω το πρωί και την βρήκα …’
‘Είχες λόγους να την σκοτώσεις; Αν κατάλαβα καλά ήταν ένας άνθρωπος που αγαπούσες’.
‘Ναι, η Ρόουζ ήταν σαν αδερφή μου. Την είχα γνωρίσει πριν μερικά χρόνια κάτω από αρκετά περίεργες συνθήκες’.
‘Δηλαδή;’
‘Ήταν έτοιμη να αυτοκτονήσει, να πηδήξει σε ένα γκρεμό. Έκανα πεζοπορία και είχα αποσπαστεί απ’ την ομάδα με την οποία είχα ανέβει στο βουνό. Είναι κάτι που μ’ άρεσε συχνά να κάνω αλλά εκείνη τη μέρα είχα απομακρυνθεί αρκετά. Περπατούσα αφηρημένη και τότε την είδα, σε ένα ξέφωτο που από κάτω του έχασκε ένας απύθμενος γκρεμός’.
‘Πως κατάλαβες ότι ήταν έτοιμη να πηδήξει;’.
‘Μου το είπε μετά. Αφού της φώναξα. Δεν είχε βέβαια το θάρρος να το κάνει. Τουλάχιστον όχι εκείνη τη μέρα. Δυστυχώς το επιχείρησε άλλες δυο φορές χωρίς όμως αποτέλεσμα. Τον τελευταίο καιρό, εδώ και μερικούς μήνες φαινόταν πολύ καλά. Δε μου μιλούσε πια καθόλου για το παρελθόν της. Ήλπιζα ότι είχε καταφέρει να ισορροπήσει τη ζωή της. Έβλεπε και ένα ψυχολόγο …’.
‘Και πως ξέρεις ότι δολοφονήθηκε; Μπορεί να αυτοκτόνησε’.
‘Ο λαιμός της ήταν μελανιασμένος …’. Δεν άντεξε, έπιασε τους ώμους της, ακούμπησε το πηγούνι της στα μέλη της και έβαλε τα κλάματα. Εκείνος την πλησίασε και την πήρε μια χλιαρή αγκαλιά.
Η Ρόουζ περνούσε άλλη μια από αυτές τις κρίσεις μελαγχολίας, κάτι που όπως η ίδια της είχε εκμυστηρευθεί, της συνέβαινε από τότε που έχασε τον άντρα της. Αλλά οι συνθήκες που αυτό είχε συμβεί ήταν ένα ανομολόγητο μυστικό. Μέχρι το χθεσινό βράδυ. Η κακή της διάθεση, μερικά μπουκάλια κρασί και η επιμονή της φίλης της έφεραν στο φως ένα δράμα που επαναλαμβανόταν σαν το βίωνε εκ νέου, ξανά και ξανά. Οι κρίσεις που της προκαλούσε την έφερναν στα πρόθυρα της αυτοκτονίας. Είχε κουραστεί. Αυτό της έλεγε. Είχε κουραστεί να ζει με μια σκιά πάνω απ’ το κεφάλι της, ένα σύννεφο που δεν έλεγε να διαλυθεί. ‘Θα ήθελα να μπορούσες να βάλεις εσύ ένα τέλος σε όλο αυτό’ της είχε πει. ‘Ξέρω ότι δεν θα το έκανες ποτέ, αλλά για μένα θα ήταν η λύτρωση που δεν έχω το κουράγιο να δώσω μόνη μου, στον εαυτό μου. Δεν θέλω να ζω και να βλέπω τον άντρα μου να με κοιτάζει με εκείνο το βλέμμα που είχε στο πρόσωπο του δευτερόλεπτα πριν πεθάνει’. Η Ρόουζ είχε γνωρίσει τον άντρα της σε ένα ταξίδι στην Ρόδο. Πήγαινε διακοπές με φίλες και εκείνος ταξίδευε από την πρωτεύουσα για δουλειές. Ήταν εμπορικός αντιπρόσωπος. Καθόντουσαν ο ένας δίπλα στον άλλο και η κουβέντα ξεκίνησε χωρίς ούτε οι ίδιοι να το καταλάβουν. Γρήγορα η σχέση τους εξελίχθηκε σε ένα καλοκαιρινό ειδύλλιο και έπειτα σε ένα γάμο το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς, με τον έρωτα τους να συνεχίζεται με αμείωτη ένταση τον πρώτο καιρό. Και ύστερα, ένα απόγευμα, ο άντρας της έπαθε ένα καρδιακό επεισόδιο. Ένα έμφραγμα που λίγο έλλειψε να τον στείλει στον άλλο κόσμο. Η ζωή τους άλλαξε, ο άντρας της δεν μπορούσε να ικανοποιεί τις σεξουαλικές της ανάγκες και η Ρόουζ έφτασε στα πρόθυρα να τον εγκαταλείψει. Εκείνος βλέποντας ότι ήταν σχεδόν βέβαιο ότι θα την έχανε, την άφησε ελεύθερη να πηγαίνει με όποιον θέλει με μοναδικό όρο να βρίσκεται και εκείνος παρών στις ερωτικές περιπτύξεις για να εξασφαλίζει μ’ αυτό τον τρόπο την ασφάλεια της. Και έτσι ξεκίνησε μια νέα ερωτική περίοδος για κείνη, που καθώς περνούσε ο καιρός γινόταν όλο και πιο απαιτητική φέρνοντας τον ένα σύντροφο μετά τον άλλο, βρίσκοντας μια διέξοδο στο δικό της αδιέξοδο. Αυτό που την εμπόδιζε να εγκαταλείψει τον άντρα της λόγω τύψεων. Μια τέτοια βραδιά, η ένταση και η στεναχώρια που τον κυρίευαν κάθε φορά που την έβλεπε να δίνεται στους ξένους άντρες σταμάτησαν την καρδιά του δίνοντας στην Ρόουζ μια απρόσμενη λύση. Ύστερα απ’ τον χαμό του άντρα της πίστεψε ότι θα ξανάφτιαχνε την ζωή της απ’ την αρχή. Όμως, οι ερωτικές συνευρέσεις συνεχίστηκαν με αμείωτο ρυθμό, οι τύψεις την κυνηγούσαν τα βράδια στον ύπνο της.
‘Η Ρόουζ άρχισε να πίνει. Παράτησε τη δουλειά της και κυλιόταν απ’ το ένα κρεβάτι στο άλλο. Ήταν παραπάνω από εμφανές ακόμα και σε μένα που μόλις την είχα γνωρίσει ότι είχε σοβαρά προβλήματα. Σε εμένα για κάποιο λόγο βρήκε τη φωνή της λογικής που δεν δεχόταν από κανένα άλλο. Την έπεισα να πάει σε ένα ψυχολόγο. Ξεκίνησε τις συνεδρίες και ύστερα από μερικούς μήνες η κατάσταση βελτιώθηκε. Η Ρόουζ έγινε σχεδόν άλλος άνθρωπος. Το μόνο που είχε μείνει από την παλιά της ζωή ήταν η ευκολία να πλαγιάζει με τους άντρες’.
‘Ναι, το ξέρω’. Η φράση γλίστρησε απ’ τα χείλια του αγνώστου αυθόρμητα, σχεδόν αθόρυβα, ενώ η ματιά του καρφωμένη σε κάποιο άψυχο υλικό που βρισκόταν μέσα στο τροχόσπιτο έκρυβε μια μεγάλη ταραχή. Η Μάνια γύρισε να τον κοιτάξει έκπληκτη, πριν προλάβει ο τρόμος να την κυριεύσει, μα εκείνος καθώς ξεκίνησε να μιλάει, έσφιγγε ολοένα και περισσότερο το δεξί του χέρι που είχε περάσει πριν λίγο γύρω απ’ το λαιμό της. Εκείνη προσπάθησε μάταια να ελευθερωθεί κουνώντας σπασμωδικά το κορμί της.
‘Ησύχασε γιατί σε λίγο δεν θα σου μείνει αέρας για ν’ αναπνεύσεις. Η Ρόουζ ήταν μια γοητευτική γυναίκα. Τόσο γοητευτική που η έντονη παρουσία της με έκανε να ξεχνάω την επαγγελματική μου ιδιότητα και να της φέρομαι όπως ακριβώς θα έκανα σε μια γυναίκα με την οποία ήμουν ερωτευμένος. Χρειαζόταν βοήθεια και πίστεψε με έκανα ότι περνούσε απ’ το χέρι μου για να την κάνω να ξεπεράσει τον χαμό του άντρα της. Και για ένα διάστημα είχα πιστέψει ότι το είχε καταφέρει. Κι ότι η σχέση μας θα εξελίσσονταν στον έρωτα της ζωής μου. Κι ύστερα ανακάλυψα τυχαία ότι συνέχιζε να πηγαίνει με άλλους. Την είδα μια μέρα έξω από ένα καφέ με ένα τύπο και την ακολούθησα. Την επομένη ακύρωσα όλα μου τα ραντεβού και την έστησα έξω απ’ το σπίτι της. Συναντήθηκε με άλλο άντρα. Για μια βδομάδα πήγαινα σαν υπνωτισμένος στο ίδιο μέρος και περίμενα να έρθει. Προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου ότι η Ρόουζ ήταν μια τελειωμένη υπόθεση. Ότι έπρεπε πια να την αφήσω στην τύχη της και να φτιάξω τη δική μου. Σταμάτησα να απαντάω στα μηνύματα της, μέχρι που ήρθε να με βρει στο γραφείο μου αλλά η γραμματέας μου την έδιωξε. Χθες βράδυ με πήρε για πολλοστή φορά τηλέφωνο κλαίγοντας, παρακαλώντας με να τη βοηθήσω. Αρνήθηκα κι έπεσα για ύπνο. Μετά από τρεις ώρες στριφογυρίζοντας στο κρεβάτι, ντύθηκα και πήγα να τη βρω. Όταν έφτασα έξω απ’ το σπίτι της είδα ένα άντρα να φεύγει. Θόλωσα. Με το που μου άνοιξε την πόρτα την χτύπησα. Έπεσα πάνω της και άρχισα να της σφίγγω το λαιμό. Δεν ήξερα τι έκανα …’. Το αριστερό του χέρι υποβοηθούσε τώρα το δεξί κάνοντας την λαβή ακόμα πιο σφιχτή.
‘Σε είδα την ώρα που έβγαινα απ’ το σπίτι της να μπαίνεις στον κήπο. Κρύφτηκα πίσω από ένα δέντρο μα δεν ήξερα αν είχες προλάβει να με δεις. Όταν βγήκες και πάλι απ’ την πίσω πλευρά κουτρουβαλώντας την εξωτερική σκάλα της κουζίνας, σ’ ακολούθησα με σκοπό να σου μιλήσω μα βάλθηκες να τρέχεις και φοβήθηκα ότι αν σε κυνηγούσα θα έβαζα σε υποψίες την γειτονιά. Έπειτα σ’ έχασα και μπήκα στο καφέ, εκεί όπου εμφανίστηκες μετά από λίγο και πάλι απ’ το πουθενά’
‘Και πως τόλμησες να παίξεις όλο αυτό το θέατρο; Τι σόι αναίσθητο κτήνος είσαι εσύ που ύστερα από όλα αυτά, έκανες έρωτα μαζί μου;’
‘Το έκανα για τον ίδιο λόγο που το έκανες και εσύ. Μονάχα που εγώ ήξερα, δεν είχα αμφιβολίες για το αν την είχα σκοτώσει ή όχι. Είχα τύψεις, ήμουν μπερδεμένος. Και είμαι ακόμα. Ήθελα κάποιον να μιλήσω αλλά δυστυχώς το μυστικό μου πρέπει να το πάρεις μαζί σου στον τάφο. Δεν θέλω να με πιάσουν, τ’ ακούς; Δεν θέλω’. Η Μάνια έκανε την ύστατη προσπάθεια για να ελευθερωθεί δαγκώνοντας με όλη της τη δύναμη τον πήχη που της πίεζε το σαγόνι. Ο ξένος έβγαλε μια κραυγή σαν πονεμένο άγριο ζώο ενώ η Μάνια κατάφερνε μια δυνατή αγκωνιά στα γεννητικά του όργανα.
Σε λίγο έτρεχε ανάμεσα απ’ τα τροχόσπιτα φωνάζοντας βοήθεια. Και έπειτα, σαν όλα να τυλίχτηκαν στην σιωπή. Οικίες φυσιογνωμίες έρχονταν προς το μέρος της δίχως να ακούγεται τίποτα. ‘Ρόουζ’ μουρμούρισε για μια ακόμη φορά και λιποθύμησε.
Τέλος


Comments

Popular Posts