Η φωτογραφία - διήγημα


Το διήγημα αυτό γράφτηκε με αφορμή αυτή τη φωτογραφία που ανέβασε στο βιβλιοφατσόφιλο η Αγγελική Λάλου. Το έγραψα ύστερα από δική της προτροπή σε μια περίοδο που αισθάνομαι ότι οι λιγοστές συγγραφικές μου δυνάμεις με εγκαταλείπουν.


‘Θα κοιτάζω αυτή την εικόνα και θα γράφω’ μου είπε. Καθόταν δίπλα μου, με τον υπολογιστή πάνω στα πόδια της. Ασυναίσθητα με είχε στριμώξει στον καναπέ γιατί απ’ την άλλη πλευρά τα μαξιλάρια είχαν καταληφθεί από ένα κουβάρι ασιδέρωτα ρούχα. ‘Κι εγώ θα την κοιτάζω και θα σκέφτομαι’ της είπα.
‘Θα βαρεθείς, θα κουραστείς πιο γρήγορα από μένα. Θα φύγεις πάλι, το ξέρω’. Δεν είχε άδικο, κι εγώ το ήξερα. Αυτές οι ώρες που αποφάσιζε ότι θα κάτσει να γράψει ήξερα ότι είναι δικές της. Συνήθως έφευγα κι απ’ το σπίτι, κατέβαινα στο καφενείο της γειτονιάς κι έπινα μια μπύρα. Μετά άλλη μια. Οι δικές μου σκέψεις είχαν να κάνουν με πιο πεζά θέματα. Η φαντασία μου δεν μπορούσε να σπάσει το φράγμα της καθημερινότητας ούτε να αναζητήσει νέα πρόσωπα. Ήμουν σύμφωνα με τα δικά της λόγια τυχερός. ‘Ένα απλό μυαλό μου φαίνεται ευτυχισμένο, ένα απλό μυαλό είναι πολύτιμο, αυθεντικό. Δε σε παιδεύει όλη την ώρα με χίλιες και μια σκέψεις’. Μπορεί και να μου τα ‘λεγε όλα αυτά για να μην αισθάνομαι άσχημα. Κάτι που δεν συνέβαινε, τουλάχιστον δεν ένοιωθα να καταπιέζομαι. Απ’ την άλλη δεν καταλάβαινα πως μπορεί να βυθίζεται κάποιος σε κάτι που πριν λίγο δεν υπήρχε, να συμπάσχει με πρόσωπα ψεύτικα. Να ζει με τους ήρωες του. Όση ώρα έλλειπα και τούτη τη φορά η γυναίκα μου έγραψε τα παρακάτω:
Σε ένα κομμάτι γλυμμένης απ’ τη θάλασσα πέτρας γλίστρησα ένα μεσημέρι που τα σύννεφα είχαν καλύψει τον ουρανό και η προκυμαία με καλούσε να φτάσω στην άκρη για να με μουσκέψει το κύμα. Το θαλασσινό νερό έπλυνε τα γδαρσίματα στο γόνατό μου και στον αριστερό μου αγκώνα και καθώς αποτραβιόταν απείλησε να παρασύρει στο φουρτουνιασμένο πέλαγος τη μικρή μου τσάντα που μόλις είχε γλιστρήσει κατά τη απειροελάχιστη διάρκεια της πτώσης μου, απ’ τον ώμο μου. Σύρθηκα όχι γιατί υπήρχε σοβαρός λόγος, αλλά γιατί έτσι μου φάνηκε πιο κινηματογραφικό μια και έβλεπα εκείνη τη στιγμή τον εαυτό μου κι από ψηλά, μέχρι το πρώτο παγκάκι που ήταν ήδη μουσκεμένο. Τα κύματα σαν να αντιλήφθηκαν την άφιξη του επόμενου θύματός τους όρμησαν με δύναμη πάνω στην προκυμαία και έστειλαν ένα διόλου ευκαταφρόνητο φορτίο από αφρούς στο κορμί μου. Ζούσα λοιπόν. Καθώς τα ρούχα κολλούσαν πάνω μου, ο αέρας με κρύωνε και το αλάτι έμενε για λίγο στη γλώσσα μου, η μνήμη επανεκκίνησε απ’ το σημείο που είχε σταματήσει, εκεί, δίπλα στο παράθυρο του σπιτιού όταν και αποφάσισα να τρέξω μακριά από τη σκηνή και να χαθώ στην επικείμενη καλοκαιρινή μπόρα. Τι μου συνέβαινε και πάλι; Μια ερωτική απογοήτευση θα ήταν το πιο φυσικό, όμως όχι. Αυτός δεν ήταν ο άντρας μου, ο εραστής μου. Αλλά ο γιός μου. Δεν μπορούσε να του συμβαίνει κάτι άσχημο. ‘Όχι, μαμά, καλά είμαι’. ‘Τότε γιατί έγινες άσπρος σαν το πανί;’. ‘Να, ξέρεις … ‘. Κι έμαθα. Έμαθα αυτό που μπορεί για μένα την ίδια χρόνια αργότερα, με περισσότερες εμπειρίες κι εικόνες σπαρμένες στο μυαλό μου να μην είχε τέτοια ισχύ.
Είχε χαθεί η βέρα μου. Χάνουμε πράγματα με τα οποία είμαστε προσκολλημένοι τόσα χρόνια που φαίνονται μια ζωή, πολλές ζωές άλλων όντων, μικρές ζωές παιδιών μαζεμένες. Πιανόμαστε από αυτά σα το χέρι που γραπώνει την κουπαστή μια μέρα σαν κι αυτή, σε μια φουρτούνα. ‘Μα πως; Πως;’ τον ρώτησα. ‘Κύλησε’ μου είπε απλά, τα μάτια του στέγνωναν. Η σαστιμάρα μου τον είχε κάνει να πιστέψει ότι είχε γλιτώσει την τιμωρία. Γλίστρησε απ’ το δάχτυλό του, έπεσε στο μωσαϊκό της κουζίνας και κύλησε μέχρι το λούκι και έπειτα πριν προλάβει το μικρό του χεράκι να την σταματήσει βούτηξε στο κενό.
Κοιτούσα τη θάλασσα και προσπαθούσα να καταλάβω τι με ενοχλούσε περισσότερο: η βέρα που είχε χαθεί ή η σκέψη ότι το γεγονός από μόνο του ήταν ο κακός οιωνός που προμήνυε μια ανεπιθύμητη εξέλιξη στο γάμο μου; Η μνήμη μου πάει πίσω, την περίοδο που παντρεύτηκα. Γνωρίζομαι από τότε με κάποιον και μένω μαζί του παράλληλα με τον άντρα μου.
Το νερό σκάει με φόρα σα χαστούκι στο πρόσωπό μου. Ξανά και ξανά. ‘Εσύ. Φταις.’ Ξανά. Τα μάτια μου είναι υγρά, ο άντρας μου βγαίνει μέσα απ’ τα κύματα. ‘Φταις’. Σηκώνομαι απότομα κάνω μεταβολή και ετοιμάζομαι να τρέξω πίσω στο σπίτι. Ξαναπέφτω στο ίδιο σημείο που τσακίστηκα πριν. Οι πληγές πολλαπλασιάζονται. Άλλο γόνατο, άλλος αγκώνας. Το αίμα διαλύεται σταδιακά απ’ το νερό.
Έφτασα στο σπίτι ταραγμένη, γύρισα μια στιγμή να κοιτάξω πίσω νομίζοντας ότι μ’ ακολουθούν όλα, πέτρες, βράχια, παγκάκια. Εκείνος όμως πουθενά. ‘Μαμά, είσαι χάλια, το ξέρεις;’ . Ο γιός μου στεκόταν στο διάδρομο του σπιτιού χαμογελαστός, με τη βέρα στο χέρι του. ‘Την βρήκα στην αυλή, δίπλα στη σπασμένη σωλήνα’ . ‘Λες η σάπια σωλήνα να έσωσε το γάμο μου’ σκέφθηκα αγκαλιάζοντας τον.
Αυτή τη σελίδα διάβασα. Την ώρα που μπήκα η γυναίκα μου έκανε μπάνιο. Ο υπολογιστής ήταν ανοιχτός. ‘Μόνο αυτό έγραψες;’ της φώναξα. Είχα λείψει πάνω από δύο ώρες.
Εκείνη βγήκε ύστερα από λίγο με μια πετσέτα τυλιγμένη στα μαλλιά της. ‘Είναι μονάχα η αρχή, έχει κι άλλο, θα δεις’ ….
Τέλος

(φωτογραφία: Αγγελική Λάλου)

Comments