O καιρός - διήγημα



Στο καφέ του Πωλ δεν έβρεχε ποτέ. Ο Ζετ το επισκέπτονταν μια φορά τη βδομάδα όλες τις εποχές του χρόνου. Μονάχα το καλοκαίρι όταν έπαιρνε τη σακαράκα του και κατέβαινε στο Νότο για να κάνει τα μπάνια του έκοβε το νήμα της συχνότητας κάνοντας δυο απουσίες. Ακόμα και άρρωστος, να καίει απ’ τον πυρετό θα πήγαινε μέχρι του Πωλ. Αλλά ποτέ, σκεφτόταν τώρα, καθισμένος σε ένα τραπεζάκι δίπλα στο τζάμι, ποτέ δεν τον είχε πιάσει βροχή. Είναι δυνατόν; Θα τον γελάει η μνήμη του.
«Ε, Πωλ» φώναξε «έλα λίγο να σου πω». Ο Πωλ ταχτοποίησε την επόμενη παραγγελία στον δίσκο και κινήθηκε μέχρι το πιο κοντινό τραπέζι για να σερβίρει ένα νεαρό ζευγάρι. Φορούσε άλλο ένα από τα χρωματιστά καρό πουκάμισά του, ένα τζιν που θα ορκιζόσουν ότι δεν είχε δει ποτέ πλυντήριο κι ένα ζευγάρι χοντροκομμένα αθλητικά παπούτσια. Το πρόσωπό του ήταν γεμάτο γωνίες κι έμοιαζε με τρίγωνο που του ‘χαν κουτσουρέψει τις κορφές. «Για πες αδερφέ».
Και του είπε. Κι ο Πωλ δεν θυμόταν, δεν είχε προσέξει. Τι νόμιζες; Ότι ο Πωλ πρόσεχε τέτοιες λεπτομέρειες ενώ είχε να κάνει με ένα σωρό τακτικούς πελάτες; Το καφέ του ήταν ένα από τα καλύτερα στέκια της πόλης. Ή μάλλον θα μπορούσες να πεις πως ήταν το καλύτερο. Έτσι απλά. Περιποιημένο, καθαρό, χωρίς μια καρέκλα να περισσεύει, ένα τραπέζι να εμποδίζει. Με μια μπάρα από δω μέχρι τον ορίζοντα. Να γλιστράει το ποτήρι της μπύρας και να προλαβαίνεις να στρίψεις τσιγάρο. Να γυαλίζουν τα πάντα λες και το ’γλειφαν οι γάτες που μπαινόβγαιναν νυχθημερόν. Γιατί παρόλο που δεν το φαντάστηκες, ο Πωλ ήταν ο τύπος που του αρέσουν οι γάτες. Όσο για τον Ζετ δεν είχε και πολλά να πει γιατί τον πρόφταινε πάντα ο ίδιος ο Ζετ. Αμπλαούμπλας ολκής. Ευτυχώς όμως ως επί το πλείστον ενδιαφέροντα πράγματα δραπέτευαν από τα σμιχτά του χείλη. Κι όποιος καταφέρνει να λέει πολλά ενδιαφέροντα κολλάει που και που απίστευτα σε μια ασημαντότητα. Τέτοια που αναρωτιέσαι μήπως χάλασε.
Ο Πωλ με τη σειρά του αναρωτήθηκε κάτι πιο συνηθισμένο: πόσες φορές έβρεξε τον τελευταίο μήνα; Κι έπειτα: πόσες το περασμένο φθινόπωρο και μετά: πόσες θα βρέξει άραγε αυτό που μόλις ξεκινούσε. Θα σκέφθηκες πόση ώρα του πήρε μέχρι να δώσει απαντήσεις στον εαυτό του. Πόση άραγε πριν κάποιος του κάνει νόημα για μια ακόμα παραγγελία. Ένα τραπέζι που χρειαζόταν σκούπισμα. Ένα άλλο να μαζέψει φλιτζάνια, ποτήρια, πιατάκια. Η αλήθεια είναι πως σήμερα ήταν η μέρα που η τοπική ομάδα υποδέχονταν μια άλλη για ένα αγώνα κυπέλλου. Κι επειδή ήταν κάτι που δεν είχε ξαναγίνει σε αυτή την όχι και τόσο μικρή πόλη, οι περισσότεροι είχαν πάει στο γήπεδο και οι γυναίκες τους με φίλες τους για τσάι.
Μα όλα αυτά σε κούρασαν, μικρή σημασία έχουν εξάλλου. Είναι ας πούμε μέρος του ντεκόρ αυτής της ιστορίας. Ελπίζεις ότι θα υπάρξουν τόσα όσα αρκούν για να μην γύρει η ζυγαριά της αναγνωστικής σου απόλαυσης προς το μέρος τους κι αφήσεις αυτό το κείμενο να πάει στην ευχή του Θεού. Αλλά για να επανέλθουμε, γιατί κι εγώ βαριέμαι, τι νομίζεις, να μακρηγορώ με στυλιστικές ακροβασίες.
Ο Ζετ δίπλωσε και ξεδίπλωσε, διπλώνοντας και ξαναδιπλώνοντας μια εφημερίδα που είχε αγοράσει εκείνο το πρωινό – τώρα ήταν ήδη απόγευμα – τοποθετώντας παράλληλα το αριστερό πόδι πάνω στο δεξί κι έπειτα το δεξί πάνω στο αριστερό. Ίσιωσε το ψάθινο καπελάκι που σπάνια έβγαζε, τακτοποίησε τα πρεσβυωπικά γυαλάκια του σε μια μικρή τσάντα χειρός που είχε ακουμπισμένη σε μια απ’ τις άδειες καρέκλες που πλαισίωναν το τραπέζι του και ετοιμάστηκε να σηκωθεί δίχως η προηγούμενη σκέψη να τον έχει αφήσει ούτε στιγμή. Μα πως είναι δυνατόν να μην θυμάται ούτε εκείνος μήτε ο Πωλ; Ένας απ’ τους δυο θα ’πρεπε να ’χει τα μυαλά του στη θέση τους. ‘Διάβολε’ μουρμούρισε. ‘Να δούμε πως θα βγει η βραδιά απόψε’.
Βγαίνοντας έξω είδε τον ήλιο να χάνεται βιαστικά πίσω από μια τεράστια μονοκατοικία. Η περιοχή στην οποία ζούσε τα τελευταία δώδεκα χρόνια έμοιαζε να είναι ξεχασμένη απ’ τις αδίστακτες τεχνικές εταιρίες που έφτυναν μπετόν και ασχήμια σε κάθε δεύτερη γωνιά της πόλης. Ένας δρόμος που ξεκινούσε ένα τετράγωνο πριν το καφέ του Πωλ εκτείνονταν για δυο περίπου χιλιόμετρα μέχρι να συναντήσει ένα πάρκο που οριοθετούσε το τέλος της αρμονίας, της καλαισθησίας και της νοσταλγίας που τον χαρακτήριζε. Σ’ αυτά τα δυο χιλιάδες μέτρα μπορούσες κάλλιστα να υποθέσεις ότι βρισκόσουν δυο αιώνες πίσω χωρίς όμως να χρειαστεί να απαντήσεις φαντάσματα από συγγενείς που ποτέ σου δεν γνώρισες. Ακόμα και τα παιδιά που έπαιζαν σ’ αυτό τον δρόμο νόμιζες ότι είχαν κάνει μια μυστική συμφωνία μεταξύ τους παράγοντας, αν είναι ποτέ δυνατόν θα σκεφθείς, μια ποιοτική φασαρία.
Το ζήτημα είναι, σκεφτόταν ο Ζετ περπατώντας, κι άλλοτε παραπατώντας, μήπως όλα αυτά δεν συνέβαιναν στ’ αλήθεια κι αν κάτι τέτοιο όντως ίσχυε, η σημερινή του παρατήρηση δεν ήταν ουσιαστικά η αφετηρία για τη διερεύνηση της αιτίας.  Αν όμως έμπαινε σ’ αυτή τη λογική, αν επέτρεπε στον εαυτό του να βουτήξει στα άδυτα του μυαλού του, δεν θα κινδύνευε να χάσει στο τέλος τα αυγά και τα πασχάλια αμφισβητώντας ακόμα και τον ίδιο; Εύλογη η απορία σου, μα θα έγραφα πως μια τέτοια προοπτική τον γοήτευε τον Ζετ που θεωρούσε ότι κάθε τι απλό ήταν απίστευτα περίπλοκο και μοιραία κατέληγε πάντα σε ένα αδιέξοδο, τουλάχιστον μέσα από τις περιπλανήσεις που έκανε ο ίδιος αναλύοντας το ξανά και ξανά. Είναι εύκολο να διαλέξεις τον δύσβατο δρόμο μια και τον βλέπεις μπροστά σου. Τολμάς όμως; Έχεις όρεξη να εισέλθεις σε μια εν δυνάμει μάταιη αναζήτηση όταν όσες φορές το έχεις επιχειρήσει έχεις βρεθεί μπροστά σε ένα τοίχο; Σημασία έχει η διαδρομή. Γι αυτό θα μπεις στον κόπο. Το μυαλό θρέφεται από μια καθημερινότητα και αυτή του Ζετ δεν ήταν δα και σπουδαία.
Ένα ξύλινο γραφειάκι σε μια εταιρία μετακομίσεων αποτελούσε μέρος της, με ένα θαμπό γυαλί να προστατεύει ένα έπιπλο αρκετά μεγαλύτερο σε ηλικία από εκείνον, ένα τηλέφωνο από μαύρο βακελίτη στη μια γωνία λίγο πριν πέσει στο μωσαϊκό κι ένα από κρεμ στην άλλη, με το ένα του τεταρτημόριο να αναμένει αδέξιο πελάτη, σαν καλοστημένη παγίδα για αφύπνιση ενοχών. Η καρέκλα από το ίδιο ξύλο άλλα κατά πάσα πιθανότητα από διαφορετικό δέντρο πίεζε τους μηρούς του στο μεγάλο συρτάρι που βρισκόταν από πάνω της. Πίσω του ένα ημερολόγιο κάτω από ένα πίνακα με το πορτραίτο των διευθυντών, δίδυμα αδέλφια που κοιτούσαν με έκπληκτο βλέμμα την φωτογραφική μηχανή σάμπως μόλις να τους είχαν ανακοινώσει ότι σε λίγες ώρες θα ανατρέπονταν η ομοιότητά τους και θα έχανε ο ένας τον άλλο. Με μοναδικό του καθήκον να απαντάει στα τηλεφωνήματα που έσπαγαν τη σιωπή του δωματίου είκοσι με τριάντα φορές μέσα σε ένα χρονικό διάστημα οκτώ ωρών, ο Ζετ μιλούσε στους τοίχους για να συμπληρώσει το υπόλοιπο μιας ατέρμονης ρουτίνας που επαναλαμβανόταν τα τελευταία δεκαεννέα χρόνια λίγα στενά πιο κάτω απ’ το σπίτι του.
Εκεί βρισκόταν και τώρα με ένα τρομερό πονοκέφαλο μια και δεν είχε καταφέρει να κοιμηθεί παρά ελάχιστα προσπαθώντας να απωθήσει την διαπίστωση για την βροχή που είχε κάνει το προηγούμενο απόγευμα. Κοιτούσε τις τηλεφωνικές συσκευές με ένα παρακλητικό ύφος, περιμένοντας πως και πώς να ηχήσουν για να σταματήσει αυτή τη φορά το μυαλό του απ’ το να σκέφτεται μόνο τον πόνο απ’ τον πονοκέφαλο. Αν και είμαι σχεδόν βέβαιος ότι θα στοιχημάτιζες τον σελιδοδείκτη σου πως θα χτυπούσε πρώτη η μαύρη, κουδούνισε η κρεμ και μια τσιριχτή γυναικεία φωνή ακούστηκε από την άλλη μεριά του τηλεφώνου λες και η άλλη μεριά βρισκόταν στην καρέκλα που υπήρχε απέναντί του. Μια γυναίκα που έμενε σχετικά κοντά με το καφέ του Πωλ απαιτούσε απ’ τον Ζετ και την εταιρία μετακομίσεων να στείλουν κάποιον άντρα να μετακινήσει την τηλεόρασή της γιατί πίσω από αυτήν είχε χωθεί ένα χτυπημένο ποντικάκι. Και θα ψόφαγε όπου να ναι, θα μύριζε και δεν θα μπορούσε να την μετακινήσει γιατί είναι τεράστια και η ίδια, λιλιπούτεια και γριά. ‘Σε μεταφορική εταιρία πήρατε’ έσπευσε να της υπενθυμίσει κάπως ενοχλημένα ο Ζετ. ‘Το ξέρω’ απάντησε εκείνη, τσιριχτά αλλά με ευγένεια και ο Ζετ αναρωτήθηκε όπως πιθανότατα κι εσύ πως μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο. Μήπως το τηλεφώνημα λάμβανε χώρα στο μυαλό του; Μήπως είχε αποκοιμηθεί παρά τον πόνο που σφυροκοπούσε το κρανίο του κι έφτιαχνε ιστορίες για ημι-αγρίους; ‘Μένετε κοντά στο καφέ του Πωλ;’ παρόλα αυτά τη ρώτησε. ‘Ναι, μια πόρτα μας χωρίζει αλλά δεν πάω. Πολύ μεγάλο για τα γούστα μου’.
‘Ε, όχι δα. Ό,τι συνηθίζουμε μας φαίνεται μικρό ή ασήμαντο ή και τα δύο μέχρι κάτι να αλλάξει και να το επαναφέρει για λίγο στις πραγματικές του διαστάσεις’.
‘Ωραία τα λέτε αν και έχετε μια ροπή προς το απόλυτο ή μήπως σφάλλω;’.
‘Ίσως η ηλικία σας να σας κάνει να το πιστεύεται. Όσο μεγαλώνουμε νομίζουμε ότι λόγω πείρας έχουμε καλύτερη διαίσθηση αλλά μάλλον το αντίθετο συμβαίνει αφού σκληραίνουν οι αρτηρίες μας. Οι απόψεις μας καταντάνε αποτέλεσμα μηχανικής διαδικασίας, δεδομένα από παλιότερη επεξεργασία δεδομένων’.
‘Πάντα έτσι μιλάτε; Μάλλον μένετε μόνος ε;’
‘Και μου ’χει σαλέψει από την πολλή σκέψη;’
‘Εσείς το πατε’. Εν τέλει δεν βρέθηκε άκρη με το ποντικάκι και ο Ζετ ασχολήθηκε με τις υπόλοιπες κλήσεις της ημέρας μέχρις ότου σχόλασε. Τότε θυμήθηκε και πάλι την βροχή. Κοίταξε στον ουρανό. Δεξιά, αριστερά. Δεν φαινόταν ούτε σύννεφο. Μήπως επειδή λίγο πιο πριν του είχε περάσει απ’ το μυαλό η επιθυμία να επισκεφθεί για δεύτερη φορά αυτή τη βδομάδα το καφέ, έτσι για να προκαλέσει την τύχη του; Ίσως και ο Πωλ να είχε νέα για το ζήτημά του. Τελικά επέστρεψε σπίτι του αφού πρώτα έκανε μια στάση στο μπακάλικο της γειτονιάς για να αγοράσει λίγα φρούτα. Ο υπάλληλος τον χαιρέτησε κι έπειτα από λίγο του είπε: ‘Μου φαίνεσαι λίγο νευρικός. Έγινε τίποτα στο γραφείο;’.
‘Είναι επειδή δεν βρέχει’ του είπε ο Ζετ κι ο υπάλληλος γέλασε. ‘Να ’βρεχε και ποτέ σ’ αυτό τον τόπο …’.
‘Έχεις παρατηρήσει ότι δεν βρέχει συχνά;’.
‘Πλάκα μου κάνεις Ζετ. Αυτό το ξέρουν και οι πέτρες εδώ. Αν πεις για το χώμα … σε λίγο καιρό δε θα φυτεύει κανείς τίποτα και θα ζούμε απ’ τους κάκτους’.
‘Είναι ολοφάνερο πλέον πως κάτι δεν πηγαίνει καλά με το μυαλό μου’ είπε ο Ζετ στον άλλο αλλά περισσότερο στον εαυτό του και βγήκε από το μαγαζί.
Την επόμενη μέρα και την ίδια ώρα τηλεφώνησε και πάλι η γριά που είχε το πρόβλημα με το ποντίκι. Πόσο χαιρόταν που τον άκουγε ξανά κι αυτό γιατί δεν θα χρειαζόταν να εξηγήσει και πάλι το πρόβλημά της. Μήπως στο μεταξύ το ποντίκι είχε βγει όσο εκείνη κοιμόταν και σύρθηκε έξω από καμιά πόρτα και ψόφησε; τη ρώτησε. Όχι, ήταν σίγουρη πως το ποντικάκι βρισκόταν πίσω από την τηλεόραση γιατί άκουγε όλο το βράδυ θορύβους. Κοιμήθηκε δίπλα του, στην κουνιστή της καρέκλα. Πότε με το καλό θα της έστελνε κάποιον να βοηθήσει;. Ο Ζετ αποφάσισε να πάει ο ίδιος στο σπίτι πρώτον γιατί ήταν βέβαιος ότι θα τον απέλυαν αν έστελνε μεταφορέα και δεύτερον γιατί πίστευε ότι η γριά θα μπορούσε ίσως να ρίξει λίγο φως στο θέμα της βροχής. Ήδη, λίγο μετά την χθεσινή του συνάντηση με τον υπάλληλο του μπακάλικου σκέφθηκε ότι ο εν λόγω κύριος δεν ήταν καν ντόπιος. Άρα αυτά που πρέσβευε ήταν κουβέντες που είχε ακούσει από δω κι από κει και ποιος ξέρει από ποιους. Και πόσοι ήταν αυτοί που είχαν γεννηθεί και  παρέμεναν σ’ αυτό τον τόπο νομίζεις; Ούτε καν ο ίδιος.
Η γριούλα έμενε σε μια μονοκατοικία απ’ αυτές που φύονταν κάθε μερικά μέτρα σ’ αυτό τον υπέροχο μαύρο δρόμο. Χρειάστηκε να περιμένει πέντε λεπτά μέχρι να έρθει να του ανοίξει, χαμένη μέσα σε μια τεράστια ροζ ρόμπα που σέρνονταν στο μαρμάρινο δάπεδο. Ίσα που διέκρινε ένα μικροσκοπικό κεφάλι, ζαρωμένο, και δυο μεγάλα μαύρα μάτια που κάποτε θα μονοπωλούσαν την εμφάνισή της.
‘Σπάνια ανοίγω σε ξένους, αλλά σε περίμενα’.
‘Αλήθεια; Μα δεν σας είχα πει ότι θα ’ρχομουν. Ούτε εγώ ο ίδιος δεν το ’χα αποφασίσει’
‘Άμα φτάσεις τα χρόνια μου θα δεις πόσο γρήγορα τα αντιλαμβάνεται κανείς όλα αυτά’
Τον οδήγησε σε ένα σαλόνι το οποίο είχε καταλάβει ο ήλιος καίγοντας με το κίτρινο φως του κάθε ξύλινη επιφάνεια στο μισό δωμάτιο, αφήνοντας το υπόλοιπο σε μια ξεπλυμένη μιζέρια. Η τηλεοπτική συσκευή ήταν κρυμμένη μέσα σε ένα μεταλλικό ντουλάπι και δεν θα έπεφτες πολύ έξω αν αυτό σου θύμιζε χρηματοκιβώτιο δίχως το μηχανισμό που σου δίνει πρόσβαση στο εσωτερικό του. Το έπιπλο πάνω στο οποίο βρισκόταν το ντουλάπι περιείχε δίσκους κλασικής μουσικής και παλιές κινηματογραφικές ταινίες. Δεν υπήρχε περίπτωση να το μετακινούσες αν ζύγιζες μετά βίας πενήντα κιλά και μέτραγες κλεισμένες οκτώ δεκαετίες εν ζωή. ‘Είχα δίκιο ή δεν είχα;’
‘Σαφώς και είχατε αλλά πιστέψτε με, αυτή δεν είναι δουλειά για μεταφορείς. Κανένα συγγενικό πρόσωπο δεν υπήρχε για να σας βοηθήσει;’.
‘Ξέρεις εσύ πολλούς συγγενείς που σπεύδουν να βοηθήσουν μια ηλικιωμένη γυναίκα που δεν τους προσφέρει τίποτα πια παρά μονάχα γκρίνια και φλυαρία;’. Ο Ζετ έψαξε νοητά να βρει τη μορφή κάποιου κοντινού συγγενή του εκεί, μέσα στο σαλόνι, λες και είχε λόγο να βρίσκεται στο σπίτι μιας άγνωστης. Ο καθένας θα το έκανε με το δικό του τρόπο και θα γέμιζε ενοχές κατά πάσα πιθανότητα διάρκειας το πολύ εξήντα δευτερολέπτων. Στατιστικά ένα δέκα τοις εκατό θα το ξανασκεφτόταν αργότερα, λίγο πριν κοιμηθεί και ένα μηδέν κόμμα πέντε τοις εκατό θα άλλαζε ότι ίσχυε μέχρι τότε στη σχέση με τον ή την συγγενή του.
‘Πόσο συχνά θα λέγατε ότι βρέχει εδώ;’ Ο Ζετ ένιωσε αμήχανα και αντέδρασε ρωτώντας αυτό για το οποίο είχε ουσιαστικά έρθει. Θα έλεγα να δεις τι γίνεται με το ποντίκι πρώτα και μετά θα σου πω του είπε προσθέτοντας ότι η ερώτηση θα μπορούσε να ήταν πως σας φαίνεται ο καιρός σήμερα; Η γριούλα χάθηκε σε ένα μακρύ διάδρομο που κατέληγε στην κουζίνα . Όταν θα επέστρεφε σέρνοντας το δεξί της πόδι, θα έφερνε μαζί της μια ψάθινη σκούπα κι ένα φαράσι. ‘Το βρήκες το μπάσταρδο;’ του είπε με μια φωνή τσιριχτή σαν κι αυτή που είχε πρωτακούσει στο τηλέφωνο.
Ο Ζετ είχε μετακινήσει το έπιπλο με την ηλεκτρική συσκευή αποκαλύπτοντας το ψόφιο τρωκτικό. ‘Τελικά είχατε δίκιο’.
‘Όχι μόνο δίκιο αλλά είχα πει και την αλήθεια. Εσύ μπορεί να φανταζόσουν ότι μπορεί και να τα είχα χάσει. Αλλά όπως βλέπεις … καφέ;’ του είπε ενώ έσπρωχνε το ποντικάκι στο τελείωμα του φαρασιού. ‘Έχω μόνο στιγμιαίο’. Χώθηκε πάλι στην κουζίνα κι έπειτα από λίγο εμφανίστηκε με ένα άδειο κουτί. ‘Δεν είναι η μέρα σου. Έλα, θα πάμε να σε κεράσω’. Ο Ζετ γούρλωσε τα μάτια του κι ετοιμάστηκε να διαμαρτυρηθεί αλλά η γριούλα επέμενε σχεδόν τσιρίζοντας. ‘Δεν είσαι εσύ απ’ αυτούς που θα μου πούνε όχι. Διστάζεις, δεν σου πάει η καρδιά. Σε βλέπω. Περίμενε μονάχα λίγο να ρίξω κάτι πάνω μου και φύγαμε. Η επιλογή του μέρους δική σου’. Καλοσύνη σας μουρμούρισε ο Ζετ. Θα την πήγαινε στο καφέ του Πωλ. Δεν έβρισκε άλλο τρόπο να περάσει την επόμενη ώρα – ήλπιζε ότι δεν θα ξεπερνούσε αυτό το χρονικό διάστημα – πιο ανώδυνα, παρά μονάχα στο στέκι του. Κι ας άρχιζαν όσοι γνωστοί θα τον απαντούσαν να κρυφογελάνε πίσω απ’ την πλάτη του.   
Όταν έκατσαν στο τραπεζάκι που θα μπορούσε να έχει το όνομά του χαραγμένο σε κάποια γωνία του, ο Πωλ εμφανίστηκε αμέσως με το πρόσωπό του να φαίνεται έτοιμο να κάνει μια σημαντική ανακοίνωση. ‘Ζετ, έμαθα! Έψαξα κι έμαθα για την βροχή!’.
‘Καλά θα κάνεις να κρατήσεις το στόμα σου κλειστό γιατί κανείς δε γνωρίζει αυτό το μέρος καλύτερα από μένα.  Ό,τι και να μας πεις λοιπόν, θα είναι υπό αμφισβήτηση. Δεν μπορούμε να το δεχτούμε. Εκτός κι αν οι πληροφορίες σου συνδέονται με μένα. Αλλά αυτό δεν γίνεται, γιατί κανείς δεν με ρώτησε νεαρέ για βροχές εκτός από τον φίλο σου. Φέρε μας μαύρο τσάι και λίγο κέικ. Τα υπόλοιπα θα τα μάθεις μετά.’ Ο Πωλ νόμισε ότι δεν ζούσε στ’ αλήθεια αυτό που συνέβαινε. Απομακρύνθηκε κουνώντας το κεφάλι του δεξιά αριστερά, κοιτώντας το γυαλισμένο πάτωμα σαν να ήθελε να βεβαιωθεί ότι αυτός που έβλεπε παραμορφωμένος ήταν ο εαυτός του.
‘Και τώρα οι δύο μας!’ του είπε η γριούλα γελώντας. ‘Πες μου τι σ’ απασχολεί εκτός από το ότι δεν βρέχει συχνά; Ο Ζετ ένιωσε το αίμα να λιμνάζει πάνω απ’ τα μηνίγγια του κι άρχισε να παίρνει ανάποδες. Τι στο καλό την ένοιαζε τη γριά η ζωή του; Δεν είχε καμία διάθεση να του κάνουν ψυχανάλυση, πόσο μάλλον μια σκεβρωμένη γυναίκα που εφεύρισκε λόγους για να φωνάξει κάποιον στο σπίτι της και να έχει παρέα επειδή όλοι προφανώς οι γνωστοί της την απέφευγαν διότι ήξεραν ότι μισεί και τ’ άντερά της. ‘Έλα, μην εκνευρίζεσαι’ του είπε χτυπώντας απαλά το χέρι του. ‘Δείξε μου τι έχει μέσα η ψυχή σου’.
‘Όχι αν δεν μου πείτε πρώτα για την βροχή’.
‘Ωραία, τι θες να μάθεις ακριβώς;’
‘Μα κάθε πότε βρέχει’.
‘Και γιατί;’
‘Γιατί κλάνει το γατί’ της είπε οργισμένος.
‘Νομίζω ότι κι εσύ όπως κι εγώ αναζητούμε το ίδιο πράγμα. Ένα αντίδοτο για τη μοναξιά. Εγώ που είμαι από τους ανθρώπους που διεκδικεί, κινώ γη και ουρανό – σύμφωνα με τα δικά μου μέτρα και σταθμά πάντα – για να προκαλέσω την προσοχή των άλλων. Σ’ αυτό με εμποδίζει ενίοτε το ότι είμαι κυκλοθυμική, αλλά δε βαριέσαι … Εσύ είσαι πιο ήπιος. Προσπαθείς να εκμαιεύσεις την συντροφιά τους ανοίγοντας κουβέντα σ’ αυτούς που ήδη γνωρίζεις. Θα έλεγα ότι η δική μου περίπτωση μοιάζει πιο απελπισμένη αλλά κι εσύ δεν πας πίσω. Όπως βλέπεις έχουμε πετύχει για την ώρα και οι δυο τον σκοπό μας. Εγώ το παραδέχομαι ευθέως, εσύ πλαγίως κι ας σπεύσεις να πεις καθόλου. Ή μήπως νόμιζες πως οι απόπειρες σου θα σε οδηγούσαν σε καλύτερο αποτέλεσμα; Το πιο πιθανό είναι στο παρελθόν να έχει συμβεί κάτι τέτοιο, αλλά το ίδιο ισχύει και για μένα. Όσο για τις βροχές … Ε, μια και ήρθε, ας αφήσουμε αυτόν τον λεβέντη να μας εξηγήσει για να μη λέει ότι είμαι ακατάδεκτη κι ότι τον αποπήρα προηγουμένως. Μπορεί να μένω κλεισμένη για μήνες στο σπίτι αλλά όταν βρίσκομαι εκτός δεν χάνω ευκαιρία για  επεισοδιακές γνωριμίες’.
Ο Πωλ ξεδίπλωσε ένα πολύχρωμο χαρτί με διαγράμματα και έπιασε να τους εξηγεί την πορεία του μικροκλίματος της περιοχής τα τελευταία είκοσι χρόνια, αδιαφορώντας για τα καλέσματα των πελατών. Όταν τελείωσε, ήπιε ένα ποτήρι νερό απ’ αυτά που τους είχε αφήσει όταν ξεκίνησε να τους σερβίρει και έβγαλε ένα μικρό λογύδριο που αποδέκτη είχε βασικά τον Ζετ. Η παρατήρησή του λοιπόν είχε βάση, έλεγε, αλλά δεν αποτελεί φαινόμενο προς μελέτη μια και θα μπορούσε να συμβεί σε πάρα πολλά σημεία του πλανήτη. Αυτό που θα έπρεπε να εξετάσει ο φίλος του, κατ’ εκείνον, ήταν η εμμονή του για ασήμαντα θέματα. Εμμονή που φαντάζει παράταιρη σε ένα κατά τ’ άλλα υγιέστατο μυαλό. Χαμογέλασε, τους άφησε το χαρτί, πήρε το ποτήρι του και συνέχισε τη δουλειά του λίγο πιο περήφανος από πριν.
‘Απογοητεύτηκες; Περίμενες ότι η παρατήρησή σου θα έκρυβε κάποιο άλυτο μυστήριο; Δε νομίζω. Πες μου τώρα το ζουμί’ του είπε η γριούλα.
‘Το ζουμί; Α, ναι, κατάλαβα. Θα σας απογοητεύσω και θα σας ταράξω. Έχω οικογένεια, μένω με τη γυναίκα μου και την κόρη μου. Οπότε η θεωρία σας για τη μοναξιά θα μπορούσε να έχει ισχύ σε κάποιον άλλο κι όχι σε μένα. Οι εμμονές μου παρουσιάζονται παιδιόθεν και δεν έχουν λογική εξήγηση, τουλάχιστον από ειδικούς που έχουν ασχοληθεί με την περίπτωσή μου. Τις συνειδητοποιώ όταν μου τις επισημαίνουν. Κι αυτό συμβαίνει αρκετές φορές γιατί είμαι επικοινωνιακός τύπος και με παίρνουν χαμπάρι εύκολα, ειδικά οι φίλοι’.
‘Μου φαίνεται πως μόλις επινοήσατε τον εαυτό σας μόνο και μόνο για να αποδείξετε ότι έχω λάθος. Ναι, αυτό συμβαίνει, είμαι βέβαιη. Έστω, δεκτό κι αυτό το μικρό σας παιχνίδι. Διασκεδαστικό θα έλεγα. Αν μη τι άλλο μια ενδιαφέρουσα συνεύρεση δε νομίζεται;’ Η γριούλα σηκώθηκε με μια απροσδόκητη σβελτάδα και κόντεψε να πέσει όταν στηρίχθηκε στο σακάτικο πόδι. Δήλωσε ότι αισθάνθηκε μια ξαφνική αδιαθεσία κι ότι θα ήθελε να επιστρέψει σπίτι της. Λίγα λεπτά αργότερα έκλεινε πίσω της την μεγάλη εξώπορτα αφήνοντας τον Ζετ με ανάμικτα αισθήματα. Μήπως την είχε στεναχωρήσει μ’ αυτά που της είπε; Είχε νόημα να στάξει σχεδόν χολή σε μια ηλικιωμένη που ζούσε στον κόσμο της;
Όταν γύρισε σπίτι δεν βρήκε κανένα. Η γυναίκα του θα είχε βγει με καμία φίλη της. Η κόρη του εδώ και καιρό ξενοκοιμόταν παρά τις έντονες διαμαρτυρίες του που δεν έπιαναν όμως τόπο. Την έβλεπε δυο Σάββατα το μήνα λες κι είχε χωρίσει με τη γυναίκα του και δεν δικαιούνταν παραπάνω. Αλλά και τη γυναίκα του σπανίως την έβλεπε. Όταν επέστρεφε ή ετοιμαζόταν να φύγει ή απουσίαζε. Αργότερα τον έπαιρνε ο ύπνος πίσω από μια τηλεοπτική συσκευή που έμοιαζε πολύ, μπορεί να ήταν και η ίδια, μ’ αυτή της γριάς. Στα όνειρά του μπλέκονταν πρόσωπα από μια ταινία που είχε ξεκινήσει ή τις περισσότερες φορές η λάγνα φιγούρα μιας γυναίκας που κρατούσε το μαγικό ραβδί μπροστά από ένα χάρτη λέγοντας τον καιρό.

photo: Franz Jachim

 









Comments